Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

Η επανάσταση είχε πεθάνει πολύ πριν τον Κάστρο


Ο θάνατος του Φιντέλ Κάστρο ήταν αναμενόμενο να προκαλέσει ποικίλες και αντιφατικές αντιδράσεις ανά τον κόσμο. Οι απόγονοι των εγκληματιών, που άφησε να φύγουν από τις φυλακές της Κούβας για το Μαϊάμι το 1980, ζητωκραύγασαν. Από την άλλη, στα κόμματα που για χρόνια καπηλεύονταν τον τίτλο του κομμουνισμού, έχοντας από καιρό αποκόψει κάθε δεσμό με την επαναστατική θεωρία και πράξη, έπεσε βαρύ πένθος. Ο Κάστρο ήταν ένα σύμβολο χρήσιμο γι’ αυτούς, αφού υπήρξε ο ηγέτης της μόνης νικηφόρας αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης στην αμερικάνικη ήπειρο. Αν όμως θέλουμε να ξεφύγουμε από μια συναισθηματική προσέγγιση και να δούμε τα πράγματα όπως έχουν στην πραγματικότητα, θα πρέπει να κρίνουμε τον Κάστρο όχι μόνο από την αρχική επαναστατική του δράση (που κανείς δε μπορεί να αμφισβητήσει), αλλά από τη δράση του στη διάρκεια των δεκαετιών που ηγούνταν του κουβανέζικου καθεστώτος.


Οι διώξεις που υπέστη ο Κάστρο και η μαχητικότητά του κατά τη θυελλώδη περίοδο της επανάστασης στην Κούβα δεν μπορούν να αποτελούν βολικό και διαρκές άλλοθι για τις μετέπειτα πράξεις του, όπως ακριβώς η επί είκοσι χρόνια φυλάκιση του Μαντέλα στη Νότια Αφρική (που δε δήλωνε και κομμουνιστής κιόλας) δεν τον δικαίωσε για τη μετέπειτα πορεία του ως προέδρου της Νότιας Αφρικής, στην οποία το φυλετικό απαρτχάιντ μετατράπηκε σε ταξικό (γι’ αυτό και έχαιρε θαυμασμού από όλη τη «διεθνή κοινότητα»).

Ο Κάστρο δεν έχαιρε παρόμοιου θαυμασμού. Αυτό είναι λογικό, αφού ο Κάστρο εντάχθηκε στο «σοβιετικό» στρατόπεδο. Το στρατόπεδο του παλινορθωμένου καπιταλισμού, που κατέρρευσε πανηγυρικά στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Κι όχι μόνο αυτό. Ο Κάστρο συμβόλιζε μία επανάσταση που τουλάχιστον στην αρχή έθετε το ζήτημα του σοσιαλισμού ως απαίτηση και πέταξε έξω τα τσιράκια των Αμερικάνων. Οι τελευταίοι, όπως ήταν φυσικό, αυτό δεν του το συγχώρεσαν ποτέ, ζητώντας του να γονατίσει προκειμένου να άρουν το εμπάργκο που έχουν επιβάλει όλα αυτά τα χρόνια. Το ότι δεν ήταν ο Φιντέλ αυτός που γονάτισε αλλά ο αδελφός του Ραούλ  δεν έχει καμία σημασία. Γιατί και ο Ραούλ ιστορικό στέλεχος της επανάστασης είναι και ποτέ δεν εκφράστηκε κάποια σοβαρή διαφωνία μεταξύ τους.

Το φλερτ με το ιερατείο

Σημασία έχει ότι η Κούβα από μαντρόσκυλο του «σοβιετικού» σοσιαλ-ιμπεριαλισμού (σοσιαλισμού στα λόγια, ιμπεριαλισμού στην πράξη) μετατράπηκε σε ζητιάνο που βρήκε ανταπόκριση από το Βατικανό, έναν από τους πιο αντιδραστικούς κύκλους των δυτικών ιμπεριαλιστικών χωρών. Στη φωτογραφία που αναδημοσιεύουμε από την ιστοσελίδα της εφημερίδας Granma (επίσημο όργανο του κουβανέζικου «Κ»Κ) στο φωτογραφικό αφιέρωμα με τίτλο: «Σεβασμός και φιλία. Τα 80 χρόνια διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Κούβας και Βατικανού, που εγκαθιδρύθηκαν στις 7 Ιούνη του 1935, έχουν σημαδευτεί από σεβασμό και φιλία» (http://en.granma.cu/pope-francis-in-cuba/2015-08-28/respect-and-friendship), αποτυπώνεται αυτή η στενή σχέση. Μια σχέση που ξεκίνησε πριν από την επανάσταση, αλλά συνεχίστηκε μέχρι σήμερα.

Γι’ αυτό και ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β’ δε δίστασε να επισκεφτεί την Κούβα το 1998 (όταν ο Φιντέλ Κάστρο ήταν πολιτικά ενεργός) για να καλέσει τους Αμερικάνους να άρουν το εμπάργκο, ενώ ανάλογη επίσκεψη έκανε και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος (Φλεβάρης 2004) για τα εγκαίνια ενός ορθόδοξου ναού στην Αβάνα (εξ ου και η τοιχογραφία της φωτογραφίας που… διακοσμεί τον εξωτερικό της τοίχο). Η τελευταία επίσκεψη χαιρετίστηκε ακόμα και από τους έλληνες φασίστες, που σε ολοσέλιδο ρεπορτάζ της «Ελεύθερης Ωρας» (8/2/2004) περιγράφουν αναλυτικά τις αβρότητες που αντάλλασσαν ο Φιντέλ και ο Βαρθολομαίος! Ακολουθώντας την... παράδοση, το 2012 ο Ραούλ συναντήθηκε με τον πάπα Βενέδικτο, ο οποίος τάχθηκε στο πλευρό της Κούβας στο ζήτημα του αποκλεισμού που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ.

Η τελευταία συνάντηση του Ραούλ με τον Πάπα έγινε το 2014. Τότε το Βατικανό κατέγραψε μία διπλωματική επιτυχία, για την οποία δεν παρέλειψε να καμαρώσει (http://www.mondayvatican.com/vatican/u-s-cuba-pope-francis-first-diplomatic-success), καθώς έφερε κοντά την Αβάνα με την Ουάσιγκτον. Στο δημοσίευμα της ιστοσελίδας του Βατικανού αναφέρεται ότι ο πάπας Φραγκίσκος προσφέρθηκε να παίξει το Βατικανό το ρόλο γέφυρας μεταξύ των δύο κρατών, πράγμα που έγινε.
Παράδοξο της ιστορίας θα μπορούσε να πει κανείς, αλλά στην πραγματικότητα κανένα παράδοξο δεν υπάρχει. Απλά, γιατί ο κουβανέζικος «σοσιαλισμός» είχε τόση σχέση με τον σοσιαλισμό όση σχέση είχαν και άλλοι «σοσιαλισμοί», όπως ο κινέζικος. Δηλαδή καμία. Με τη διαφορά ότι ο τελευταίος έχει μετατραπεί σε ατμομηχανή της παγκόσμιας καπιταλιστικής ανάπτυξης, λόγω του μεγάλου οικονομικού του μεγέθους.

Το «κράτος πρόνοιας» δεν είναι σοσιαλισμός

Σε όσους θεωρούν ότι είμαστε «μηδενιστές» και δεν αναγνωρίζουμε τα θετικά που υπήρξαν στην Κούβα (εξάλειψη αναλφαβητισμού, μεγάλο ποσοστό κρατικών δαπανών για την Παιδεία, της τάξης του 13%, παροχές υγειονομικής περίθαλψης κτλ.) θα απαντήσουμε ότι τα όποια «θετικά» στοιχεία της πολιτικής του κουβανέζικου καθεστώτος δεν στοιχειοθετούν σοσιαλισμό, για όσους δε θέλουν να θυσιάσουν αυτή τη λέξη στη λογική του μικρότερου κακού. Αν αυτά είναι «σοσιαλισμός», τότε και επί Ανδρέα Παπανδρέου σοσιαλισμός οικοδομήθηκε στην Ελλάδα, αφού και τα μεροκάματα αυξήθηκαν, και ο αναλφαβητισμός μειώθηκε (οι παλαιότεροι θα θυμούνται τα σχολειά για ηλικιωμένους και τις διαφημίσεις στην τηλεόραση για τον παππού που επιτέλους διαβάζει εφημερίδα!), και οι παροχές υγείας ήταν καλύτερες από την εποχή του πολέμου ή της χούντας.

Αν σοσιαλισμός είναι κάποιες παροχές κοινωνικής πολιτικής, οι δυτικές ιμπεριαλιστικές χώρες που μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο δημιούργησαν το λεγόμενο «κράτος πρόνοιας», δίνοντας πράγματι κάποιες παροχές κοινωνικού χαρακτήρα για να ανακόψουν την τάση των μαζών προς το σοσιαλισμό στο εσωτερικό της επικράτειάς τους, ήταν κι αυτές... σοσιαλιστικές!

Ο κουβανέζικος «σοσιαλισμός»

Ποιος ήταν, όμως, ο κουβανέζικος «σοσιαλισμός»; Στην «Κόντρα» έχουμε γράψει επανειλημμένα για ορισμένες πλευρές του και καλό είναι να τις θυμηθούμε.

Δεν μιλάμε για τα πρώτα χρόνια της επανάστασης (που ήταν πραγματικά λαϊκή, σε αντίθεση με τα φιλο-«σοβιετικά» πραξικοπήματα που βαφτίστηκαν επαναστάσεις, όπως στην Αιθιοπία και το Αφγανιστάν), αλλά για τα χρόνια που ακολούθησαν, από το 1959 μέχρι το 1991, όταν το κουβανέζικο καθεστώς τα έσπασε με την ΕΣΣΔ, λίγο πριν αυτή διαλυθεί. Επί 30 χρόνια δεν ήταν η Κούβα το μαντρόσκυλο των «σοβιετικών» σχεδόν σε κάθε ιμπεριαλιστική τους επιχείρηση; Και μην μας πείτε ότι προβοκάρουμε, γιατί θα σας ρωτήσουμε τι δουλειά είχαν τα κουβανέζικα στρατεύματα στην Αιθιοπία (σε άλλη ήπειρο!), για να στηρίξουν το πραξικόπημα του Μεγκίστου, που έριξε τον αμερικανόδουλο Χαϊλέ Σελασιέ και βαφτίστηκε «λαϊκή επανάσταση»; Τι δουλειά είχαν τα κουβανέζικα στρατεύματα στην Ανγκόλα; Το επιχείρημα περί  «διεθνιστικής» υποχρέωσης δεν μπορεί να σταθεί, αφού παρόμοια επιχειρήματα πλασάρουν και οι ιμπεριαλιστές. Το μόνο που αλλάζουν είναι η φρασεολογία (αντί για «διεθνισμό» μιλάνε για «δημοκρατία»).

Πώς μπορούσε να οικοδομηθεί σοσιαλισμός στην Κούβα, όταν αυτή εξαρτώνταν οικονομικά και πολιτικά από μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη όπως η «Σοβιετική» Ενωση των Χρουστσόφ, Μπρέζνιεφ και επιγόνων, που κατέληξε στην Περεστρόϊκα και την αυτοδιάλυσή της; Γινόταν ή όχι το 80% των συναλλαγών της Κούβας με τις χώρες της τότε ΚΟΜΕΚΟΝ (τον αντίπαλο στην ΕΟΚ οικονομικό σχηματισμό των ανατολικών χωρών εκείνη την εποχή), καταδικάζοντας την οικονομία της να μένει κυρίως αγροτική, για πολλά χρόνια μετά τη νίκη της επανάστασης;

Οι αντιδράσεις του Τσε

Ας αφήσουμε όμως τα ερωτήματα κι ας δώσουμε το λόγο σε έναν άνθρωπο που κανείς (ούτε οι κουβανοί ηγέτες) δεν μπορεί να καταδικάσει σαν πράκτορα των ιμπεριαλιστών:

«Πώς μπορεί κανείς να εφαρμόσει τον όρο «αμοιβαία οφέλη» στις πωλήσεις των πρώτων υλών με τις διεθνείς τιμές, όταν αυτές (σ.σ. οι πρώτες ύλες) κοστίζουν απεριόριστο ιδρώτα και βάσανα στις υπανάπτυκτες χώρες και στην αγορά (σ.σ. από τις υπανάπτυκτες χώρες) των προϊόντων της βιομηχανίας από τα σημερινά, μεγάλα αυτοματοποιημένα εργοστάσια; Εάν εφαρμόζουμε αυτό το είδος των σχέσεων μεταξύ των δύο ομάδων κρατών, πρέπει να συμφωνήσουμε ότι οι σοσιαλιστικές χώρες είναι, κατά κάποιο τρόπο, συνένοχες με την ιμπεριαλιστική βιομηχανική εκμετάλλευση. Μπορεί να αντιτάξει κανείς ότι το μέγεθος των συναλλαγών με τις υπανάπτυκτες χώρες είναι ένα σημαντικό τμήμα του εξωτερικού εμπορίου των σοσιαλιστικών χωρών. Αυτό είναι μια μεγάλη αλήθεια, όμως δεν εξαφανίζει τον ανήθικο χαρακτήρα αυτής της συναλλαγής. Οι σοσιαλιστικές χώρες έχουν το ηθικό καθήκον να ξεφορτωθούν οριστικά την σιωπηρή συνενοχή με τις εκμεταλλευτικές χώρες της Δύσης. Το γεγονός ότι το εμπόριο σήμερα είναι μικρό δε σημαίνει πολλά. Το 1959, η Κούβα πουλούσε ζάχαρη μόνο περιστασιακά σε μια χώρα μέλος του σοσιαλιστικού μπλοκ, συνήθως μέσω άγγλων μεσαζόντων ή μεσαζόντων από άλλες χώρες. Σήμερα το 80% του εμπορίου της Κούβας είναι μ' αυτή την περιοχή. Ολες οι ζωτικές της προμήθειες προέρχονται από το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και στην πραγματικότητα εντάχθηκε σ' αυτό. Δε μπορούμε να πούμε ότι αυτό έγινε μόνο από την αύξηση του εμπορίου, ούτε ότι σ' αυτή την αύξηση στο εμπόριο επέδρασε η καταστροφή της παλιάς τάξης και η υιοθέτηση του σοσιαλιστικού πρότυπου ανάπτυξης, και τα δύο άκρα συγκοινωνούν και αλληλοσυσχετίζονται […]

Δεν υπάρχει άλλος ορισμός του σοσιαλισμού πιο έγκυρος για μας από την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οσο αυτό δεν επιτυγχάνεται, είμαστε στο στάδιο της οικοδόμησης της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Κι αν αντί να επιτυγχάνουμε αυτό το σκοπό, η καταστροφή της εκμετάλλευσης βαλτώσει ή χειρότερα αντιστραφεί, τότε είναι λάθος ακόμα και να μιλάμε ότι οικοδομούμε το σοσιαλισμό […]

Σε ορισμένες περιπτώσεις όταν είναι απολύτως αδύνατον να γίνει μία ορισμένη επένδυση με τη βοήθεια του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, την πραγματοποιούν με τη βοήθεια συμφωνιών με τους καπιταλιστές. Αυτές οι καπιταλιστικές επενδύσεις έχουν τα αιώνια μειονεκτήματα του τρόπου που χορηγούνται οι πιστώσεις, αλλά και άλλα, πολύ σημαντικά, όπως τη σύσταση μικτών εταιριών, όπου συνεταιρίζονται επικίνδυνοι γείτονες […] Μια τέτοια πολιτική καταλήγει τελικά στο ν’ αναλάβουν την οικονομία τα μονοπώλια και ξαναγυρίζουμε αργά αλλά σταθερά στο παρελθόν. Κατά τη γνώμη μας, για να πραγματοποιηθούν χωρίς κινδύνους επενδύσεις, με τη συμμετοχή ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, πρέπει το κράτος να συμμετέχει απ’ ευθείας σαν μοναδικός αγοραστής των αγαθών, περιορίζοντας την ιμπεριαλιστική δράση με την υπογραφή συμφώνων προμηθειών χωρίς να τους αφήσει να περάσουν πιο μέσα από την πόρτα της. Σ’ αυτή την περίπτωση είναι νόμιμο να επωφεληθούμε των αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού για να επιτύχουμε λιγότερο επαχθείς όρους.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε τις οικονομικές βοήθειες, μορφωτικές κτλ τις αποκαλούμενες “ανιδιοτελείς“ που ο ιμπεριαλισμός χορηγεί μόνος του, ή δια μέσου Κρατών μαριονετών που είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτα σε ορισμένα μέρη του κόσμου.

Αν όλοι αυτοί οι κίνδυνοι δεν επισημανθούν εγκαίρως, ο δρόμος για το νεοαποικιοκρατισμό είναι ανοιχτός, για χώρες που επιχείρησαν γεμάτες πίστη και ενθουσιασμό την προσπάθειά τους για την εθνική τους απελευθέρωση: η κυριαρχία των μονοπωλίων εγκαθίσταται διακριτικά και τόσο προοδευτικά που είναι πολύ δύσκολο να διακρίνεις τα συμπτώματα ως τη στιγμή που εκδηλώνονται βάναυσα» (οι εμφάσεις δικές μας).

Πρόκειται για λόγια του Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα, στην Αφροασιατική Σύνοδο που έγινε στην Αλγερία στις 26/2/1965, λίγο πριν φύγει από την Κούβα και παραιτηθεί όλων των αξιωμάτων (ήταν υπουργός Βιομηχανίας) για να πάει στην Αφρική. Μπορεί ο Τσε να μην έφτασε στο σημείο να σπάσει ανοιχτά τις σχέσεις του με τον Κάστρο. Φυσικό ήταν αυτό, σε μία περίοδο που η Κούβα βαλλόταν από τους Αμερικάνους (η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων ήταν πρόσφατη) και η διαδικασία της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ ήταν κάτι πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία. Προειδοποιούσε όμως για τους κινδύνους που ελλοχεύουν και τελικά δεν είχε άδικο.

Η δράση του ξένου κεφαλαίου                  

Από τότε κύλησε πολύ νερό στ’ αυλάκι. Η Κούβα όχι μόνο έγινε μαντρόσκυλο της «Σοβιετικής» Ενωσης, στέλνοντας στρατό στην άλλη άκρη της γης, αλλά παραχώρησε γην και ύδωρ και στο δυτικό κεφάλαιο (κυρίως το ευρωπαϊκό), με αποκορύφωμα τις κακόφημες «ζώνες ελεύθερου εμπορίου» για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω.

Η δράση του ξένου κεφαλαίου γινόταν όλα αυτά τα χρόνια απροκάλυπτα και μάλιστα δεν ντρέπονταν να τη διαφημίζουν από την ίδια την Granma. Οπως σε άρθρο της 21/6/2002, με τίτλο «Οι γαλλικές εταιρίες ενισχύουν την παρουσία τους στο νησί», στο οποίο αναφέρεται ότι ο Ζαν-Ντομινίκ Κομολί, πρόεδρος της Κουβανέζικης Επιτροπής Δράσης των Γαλλικών Εταιριών (MEDEF), που αριθμεί 40 γαλλικές εταιρίες από διάφορους τομείς (από ηλεκτρισμό και ενέργεια, μέχρι τηλεπικοινωνίες, τράπεζες, κατασκευές, μεταφορές και τουρισμό), στην έκτη επίσκεψη αντιπροσωπείας της MEDEF στην Κούβα, δήλωσε: «Είμαστε αισιόδοξοι. Ξέρουμε ότι η Κούβα θα ξεπεράσει αυτές τις (σ.σ. οικονομικές) δυσκολίες που έχει και εμείς, στη γαλλική επιχειρηματική κοινότητα, θα ενισχύσουμε την παρουσία μας στο νησί, ελπίζοντας να ενθαρρύνουμε κι άλλους να έρθουν»!

Οι εταιρίες που έκαναν μπίζνες δεν ήταν κάποιες παρακατιανές αλλά κολοσσοί στον τομέα της ενέργειας και των μεταφορικών υποδομών, όπως η ALSTOM που (πάντα σύμφωνα με τη «Γκράνμα» στο ίδιο άρθρο) «πραγματοποιεί ένα από τα σημαντικότερα έργα: την ανάπτυξη της παραγωγής και μεταφοράς ενέργειας χρησιμοποιώντας ειδικά το ντόπιο πετρέλαιο».

Αν οι εκχωρήσεις στο ξένο κεφάλαιο, για τις οποίες μιλούσε το 1965 ο Γκεβάρα (έξι χρόνια μετά τη νίκη της επανάστασης) θα μπορούσαν να είναι ανεκτές, σε αυστηρά πλαίσια, φυσικά, για να ανορθωθεί κάπως η οικονομία και να αποκτήσει η Κούβα βαριά βιομηχανία, το να χρησιμοποιείς το ίδιο επιχείρημα 43 χρόνια μετά (ότι δηλαδή χρειάζεσαι το ξένο κεφάλαιο για να αναπτύξεις τη... σοσιαλιστική οικονομία) δεν αποτελεί παρά ομολογία πλήρους αποτυχίας.

Από την άλλη, όλες αυτές οι ξένες επενδύσεις δεν έγιναν με το κουβανέζικο κράτος ως «μοναδικό αγοραστή αγαθών», όπως έλεγε ο Γκεβάρα, αλλά με στόχο τις εξαγωγές. Το ξένο κεφάλαιο δεν ενδιαφερόταν να πουλήσει προϊόντα στην περιορισμένη κουβανέζικη αγορά, αλλά χρησιμοποίησε την κουβανέζικη εργατική δύναμη για να κερδοφορήσει πουλώντας τα προϊόντα ανά τον κόσμο.

Απέκτησε η Κούβα δική της βιομηχανία από αυτό; Οχι. Σε τι λοιπόν επωφελήθηκε ο «σοσιαλισμός»; Σε τίποτα, πέρα από το να επιβιώσει το κρατικοκαπιταλιστικό καθεστώς, το οποίο κάνει συνεχώς βήματα πίσω.

Ολοκλήρωση της κατρακύλας

Η παραίτηση του Φιντέλ Κάστρο από το προεδρικό αξίωμα το 2008 και η ανάδειξη του αδελφού του Ραούλ έδωσε νέα ώθηση στην προσέγγιση του καθεστώτος με την Δύση. Τον Αύγουστο του 2010, ο Ραούλ Κάστρο έφτασε να κατηγορήσει τους εργάτες για... τεμπελιά κατακεραυνώνοντας όσους ισχυρίζονταν ότι υιοθετούνται καπιταλιστικές πρακτικές στην οικονομία της Κούβας. Βέβαια ο καπιταλισμός ζούσε και βασίλευε ήδη στην Κούβα, αλλά δεν είχε ακόμα τη μορφή του καπιταλισμού των χωρών της Δύσης (αυτό ακόμα δεν έχει επιτευχθεί πλέρια). Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα και θα καταλάβετε τι εννοούμε:

«Κατά τη διάρκεια της αρχικής φάσης, η οποία θα ολοκληρωθεί στους πρώτους τρεις μήνες του επόμενου έτους, θα τροποποιήσουμε τους κανονισμούς μισθών και εργασίας των υπεράριθμων εργατών από μία ομάδα των υπηρεσιών της κεντρικής κυβέρνησης, καταστέλλοντας τις πατερναλιστικές προσεγγίσεις που αποθαρρύνουν την αναγκαιότητα να δουλεύεις για να ζήσεις, μειώνοντας έτσι τα αντιπαραγωγικά κόστη που προέρχονται από την εξίσωση των μισθών ανεξάρτητα από τα χρόνια εργασίας και από τον εξασφαλισμένο μισθό για μακρές περιόδους σε άτομα που δεν δουλεύουν»!

Αυτά δεν τα έγραψε ο αστικός Τύπος, αλλά η Granma, που αναδημοσίευσε την ομιλία του Ραούλ.

Αλήθεια, πότε ανακαλύφθηκαν στην Κούβα «υπεράριθμοι» εργάτες και επιπλέον πολλοί… τεμπέληδες, στους οποίους απαιτήθηκε να αναφερθεί ο πρόεδρος της χώρας, μισό αιώνα (για την ακρίβεια 52 χρόνια) μετά τη νίκη της επανάστασης; Για ποιο λόγο ο Ραούλ αναγκάζεται να βροντοφωνάξει: «Θα πρέπει να εξαλείψουμε μια για πάντα την αντίληψη ότι η Κούβα είναι η μόνη χώρα στον κόσμο στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να ζουν χωρίς να δουλεύουν»;

Απολύσεις και «αυταπασχόληση» με μισθωτή εργασία

Ο Ραούλ δεν έμεινε όμως μόνο σ’ αυτό. Μίλησε για απολύσεις 500.000 δημοσίων υπαλλήλων, για τις οποίες όμως δεν έχουμε επίσημα στοιχεία για να ξέρουμε πόσες έγιναν, αν και -όπως θα διαπιστώσετε από αυτά που θα διαβάσετε παρακάτω- οι απολύσεις μάλλον έγιναν, χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες. Κι αυτό γιατί οι απολύσεις συνοδεύτηκαν με την εισαγωγή για πρώτη φορά της δυνατότητας «αυταπασχόλησης» (για περισσότερα βλ. http://www.eksegersi.gr/issue/612/Διεθνή/5540.Σοσιαλισμός-με-απολύσεις-και-«αυταπασχολούμενους»).

Με νέο νόμο, που θεσπίστηκε το 2010, οι «πλεονάζοντες» εργάτες θα μπορούν να γίνονται «αυταπασχολούμενοι». Επιτρέπεται ακόμα και να χρησιμοποιήσουν μισθωτούς εργάτες! Τέσσερα χρόνια αργότερα (το Σεπτέμβρη του 2014), η Granma αναφέρει ότι μέχρι τα τέλη Ιούλη του 2014 οι κουβανοί εργάτες που καταγράφτηκαν ως «αυταπασχολούμενοι» ήταν 471.000 (βλ. http://www.granma.cu/idiomas/ingles/cuba-i/8sept-More%20Cuban.html), αριθμός περίπου ίσος με τον αριθμό όσων έλεγε ότι θα απολύσει ο Ραούλ! Τυχαίο; Δεν νομίζουμε!

Το ποσοστό των «αυταπασχολούμενων» ισοδυναμεί με το 10% περίπου του εργατικού δυναμικού και απλώνεται σε 200 επαγγέλματα, κυρίως στην παροχή ενοικιαζόμενων δωματίων, αλλά και στον τομέα του φαγητού και των μεταφορών. Η εφημερίδα επικαλείται στέλεχος του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που αναφέρει ότι το 69% των «αυταπασχολούμενων» ήταν άνεργοι και το 29% είναι γυναίκες.

Μην στεναχωριέστε όμως! Το «σοσιαλιστικό» κράτος φρόντισε γι’ αυτούς τους ανθρώπους, που περίσσευαν από το δημόσιο. Οι τράπεζες τους έδωσαν δάνεια αξίας 30 εκατ. πέσος (βλ. Granma 17/6/2015, http://en.granma.cu/cuba/2015-06-17/commerce-and-credit-bank-supports-self-employed-workers). Το κομματικό όργανο αναφέρει ότι ελάχιστοι ήταν αυτοί που επωφελήθηκαν. Λίγο πάνω από 2.000 άτομα, δηλαδή ούτε το 0.5% των αυτοαπασχολούμενων! Κάνοντας μία απλή διαίρεση προκύπτει ότι κατά μέσο όρο ο καθένας τους πήρε γύρω στα 15.000 πέσος. Ποσό που ισοδυναμεί με 25 μισθούς (γύρω στα 584 πέσος ήταν το 2014 ο μέσος μηνιαίος μισθός, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία, βλ. http://www.one.cu/aec2014/00%20Anuario%20Estadistico%202014.pdf, σελ. 173). Δεν φτάνει που απολύθηκαν, τους δάνεισαν και την αποζημίωση!

Ζώνες σκλαβιάς

Ο κατήφορος του κουβανέζικου «κομμουνισμού» έφτασε κοντά στον πάτο το 2011. Τότε που το «Κ»Κ Κούβας, στο έκτο συνέδριό του, έκανε την έκπληξη. Κάλεσε το διεθνές κεφάλαιο σε «δημιουργία Ειδικών Οικονομικών Ζωνών που θα επιτρέψουν την αύξηση των εξαγωγών, την υποκατάσταση των εισαγωγών, τα έργα προηγμένης τεχνολογίας και τοπικής ανάπτυξης καθώς και την συνεισφορά στην δημιουργία νέων πηγών εργασίας»! (http://archive-cu.com/page/3304187/2013-12-10/ και http://www.granma.cu/ingles/cuba-i/26sept-mariel.html).

Γιατί να πάνε να επενδύσουν τα ξένα μονοπώλια; Μόνο αν τους εξασφαλίσουν το μέγιστο κέρδος, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με εξευτελιστικά μεροκάματα. Ο ίδιος ο όρος «ειδικές οικονομικές ζώνες» αυτό περιγράφει σε όσες χώρες του λεγόμενου τρίτου κόσμου έχει εφαρμοστεί. Οταν ο μέσος μηνιαίος μισθός στην Κούβα το 2013 ήταν 471 πέσος, δηλαδή γύρω στα 20 δολάρια (βλ.  http://www.one.cu/aec2013/datos/07%20Empleo%20y%20Salarios.pdf), επίπεδο κάτω κι από αυτό της Κίνας, γιατί να μην πάνε;

Οταν νόμος που ψηφίστηκε στις 29 Μάρτη του 2014 και δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα του υπουργείου Δικαιοσύνης της Κούβας στις 16 Απρίλη του ίδιου χρόνου προβλέπει μείωση στο μισό της φορολογίας για τους ξένους καπιταλιστές (για τις κοινοπραξίες ο φόρος μειώνεται από 30% σε 15%), οκταετή φοροαπαλλαγή για τις νέες κοινοπραξίες, ακόμη και δυνατότητα ιδιοκτησίας του 100% των ξένων επιχειρήσεων από ιδιώτες (από 49% που ίσχυε με τον προηγούμενο νόμο), σε μια προσπάθεια να αυξηθούν οι ξένες επενδύσεις στη χώρα στα 2.5 δισ. δολάρια το χρόνο, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο ελκυστικά για το ξένο κεφάλαιο.
Οι ξένοι επενδυτές πληρώνονται σε σκληρό συνάλλαγμα, αλλά οι κουβανοί εργάτες παίρνουν πέσος (και η διαφορά από το συνάλλαγμα κατατίθεται στα ταμεία του… σοσιαλιστικού κράτους).

Η πρώτη από αυτές τις «ειδικές οικονομικές ζώνες» αποφασίστηκε ότι θα εκτείνεται σε μία περιοχή 465 τετραγωνικών χιλιομέτρων εντός διαφόρων δήμων της επαρχίας της Αρτεμισίας, στο λιμάνι Μάριελ, 45 χιλιόμετρα δυτικά της πρωτεύουσας Αβάνα.  Σύμφωνα με τη «Γκράνμα», το μέτρο θα έμπαινε σε εφαρμογή από την 1η Νοέμβρη του 2011.

Ομως οι καπιταλιστές των ΗΠΑ και της Ευρώπης δεν αρκέστηκαν στα μέτρα που πήρε το κουβανέζικο καθεστώς για φοροαπαλλαγές που μετατρέπουν την Κούβα σε φορολογικό παράδεισο. Δεν τους έφτασε ούτε η δυνατότητα να κατέχουν μέχρι και το 100% της επιχείρησης! Ηθελαν τον πλήρη έλεγχο των μισθωτών τους σκλάβων, να τους κάνουν ό,τι θέλουν και το κράτος να μην έχει καμία ανάμιξη στα εργασιακά θέματα. Γι’ αυτό και οι «ειδικές οικονομικές ζώνες» ακόμα δεν έχουν «περπατήσει» πολύ. Αυτό, βέβαια, δεν αθωώνει τους κουβανέζους ηγέτες για την καπιταλιστική τους κατρακύλα (για περισσότερα βλ. http://www.eksegersi.gr/issue/751/Διεθνή/20304.Το-«ανώτατο-στάδιο-του-σοσιαλισμού).

 Είναι βέβαιο ότι η κατρακύλα θα συνεχιστεί. Η «ιστορική» επίσκεψη του Ραούλ στο Παρίσι τον περασμένο Φλεβάρη, που συνοδεύτηκε από σειρά διμερών συμφωνιών, είναι ενδεικτική. Ηδη η γνωστή ολλανδοβρετανική εταιρία Unilever πρόκειται να κατασκευάσει εργοστάσιο αξίας 35 εκατ. δολαρίων μέχρι το 2018, στην ειδική οικονομική ζώνη που βρίσκεται στο λιμάνι του Μάριελ. Η εταιρία θα κατέχει το 60% των μετοχών του εργοστασίου και το κουβανέζικο κράτος το 40%.

Η προσέγγιση με τις ΗΠΑ

Τον περασμένο Μάρτη, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία η είδηση ότι η ιμπεριαλιστική Αμερική και η «σοσιαλιστική» Κούβα μπαίνουν στο δρόμο της αποκατάστασης των διπλωματικών σχέσεων! Νίκη του «διαλόγου» και της «αμοιβαίας εμπιστοσύνης»; Σίγουρα όχι. Πολιτικοί και οικονομικοί ήταν οι λόγοι και από τις δύο πλευρές.
Από τη μεριά της Κούβας, το λόγο θα τον ανιχνεύσουμε στην εξής πρόταση από το διάγγελμα του προέδρου Ραούλ Κάστρο προς το λαό: «Σήμερα, παρά τις δυσκολίες, έχουμε επιβιβαστεί στην αποστολή του εκσυγχρονισμού του οικονομικού μας μοντέλου, με στόχο να χτίσουμε έναν ακμάζοντα και σταθερό Σοσιαλισμό» (http://en.granma.cu/cuba/2014-12-17/statement-by-the-cuban-president). Οι παλαιότεροι θα θυμούνται πως ο Γκορμπατσόφ χρησιμοποιούσε παρόμοιες εκφράσεις για το «δυνάμωμα του σοσιαλισμού» πριν καταρρεύσει η πρώην Ε«ΣΣ»Δ. Και βέβαια, αν κοιτάξει κανείς τις ομιλίες των κινέζων ηγετών στα συνέδρια του «Κ»Κ Κίνας θα βρει με τη σέσουλα τέτοιες αναφορές.

Οι Αμερικάνοι από τη μεριά τους διερευνούσαν τη δυνατότητα μεγαλύτερης διείσδυσης στο νησί που κάποτε αποτελούσε ένα από τα μεγαλύτερα αγκάθια στην πολιτική τους. Θα υποτιμούσαμε τη νοημοσύνη των αναγνωστών μας αν επιχειρούσαμε να απαντήσουμε στο ερώτημα «ποια από τις δύο πλευρές επιζητά περισσότερο αυτή την προσέγγιση;». Αυτός που έχει οικονομικές δυσκολίες ή αυτός που θέλει να κερδίσει μία ακόμα περιοχή του κόσμου ανάμεσα στις πολλές που ήδη ελέγχει;

Ο Τραμπ εμφανίζεται ακόμα πιο σκληρός, απειλώντας να ακυρώσει τη συμφωνία αν η Αβάνα δεν κάνει κι άλλες υποχωρήσεις. Στόχος του είναι να τους γονατίσει.

Γιατί να θρηνήσουμε;

Γιατί να θρηνήσουμε λοιπόν; Ο θάνατος της επανάστασης στην Κούβα έχει συντελεστεί πολύ πριν το βιολογικό θάνατο του ιστορικού της ηγέτη. Δεν είναι η πρώτη φορά που ιστορικές προσωπικότητες, συνδεδεμένες με επαναστατικές διαδικασίες και πρωτοπόρα κινήματα, πέρασαν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Οταν ο Λένιν μιλούσε για τον «αποστάτη Κάουτσκι», αναφερόταν στον σπουδαιότερο θεωρητικό της Δεύτερης Διεθνούς. Δε δίστασε ούτε στιγμή να αποδώσει στον Καρλ Κάουτσκι το χαρακτηρισμό που του ταίριαζε. Το μαρξιστικό του παρελθόν δεν προστάτευσε τον Κάουτσκι από το πέρασμά του στο αστικό στρατόπεδο, ούτε θα μπορούσε να αποτελέσει ασπίδα προστασίας του από την πολεμική εκείνων που έμειναν πιστοί στην επανάσταση. Ο Λουίς Κάρλος Πρέστες, ο «Ιππότης της Ελπίδας» την εποχή του Μεσοπολέμου στη Βραζιλία, ο ηγέτης δύο ηρωικών επαναστάσεων, κατέληξε ένας δεξιός αστός πολιτικός. Η Ντολόρες Ιμπαρούρι, η θρυλική «Πασιονάρια» του ισπανικού εμφύλιου πολέμου, κατέληξε μια αναθεωρήτρια «του κερατά». Γιατί θα έπρεπε να δούμε διαφορετικά τον Κάστρο;

Ο Κάστρο αποτέλεσε το άλλοθι των ανά τη γη ψευτοκομμουνιστών για να πλασάρουν τη σαπισμένη τους πραμάτεια με σοσιαλιστικό περιτύλιγμα. Από ηγέτης μιας νικηφόρας επανάστασης έγινε ο νεκροθάφτης της, εμποδίζοντας την οικοδόμηση του σοσιαλισμού και μετατρέποντάς τη σε σοσιαλδημοκρατικού τύπου διαχείριση με έναν εξαρτημένο κρατικό καπιταλισμό, όπως εφαρμόστηκε επί δεκαετίες (μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’50) στο λεγόμενο «σοσιαλιστικό στρατόπεδο».

Η φτώχεια, η πορνεία και οι απελπισμένες εκκλήσεις στις δυτικές χώρες να επενδύσουν δεν αποτελούν σοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα όταν αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν πάνω από πέντε δεκαετίες μετά τη νίκη της επανάστασης. Αν ήταν έτσι, τότε γιατί να επαναστατήσει η εργατική τάξη;

Με τον τρόπο αυτό, οι υπηρεσίες που πρόσφερε ο Κάστρο και το καθεστώς που κυβερνούσε ήταν υπέρ του καπιταλισμού και όχι υπέρ του σοσιαλισμού τον οποίο εδώ και χρόνια έθαψε κάτω από την ταφόπλακα της ανάμνησης μιας νικηφόρας επανάστασης.

ΥΓ. Ορισμένες από τις παραπομπές (link) σε άρθρα της Granma, που δημοσιεύτηκαν στην ιστοσελίδα της, τις οποίες είχαμε παραθέσει σε παλαιότερα άρθρα μας, δε λειτουργούν πλέον, γι’ αυτό και δεν τις βάλαμε σε αυτό το κείμενο. Ο λόγος είναι ότι η ιστοσελίδα έχει τροποποιηθεί και ορισμένα παλαιότερα άρθρα της δεν τα έχει πλέον. Στο αρχείο μας έχουμε, βέβαια, τα πρωτότυπα σε ηλεκτρονική μορφή, για κάθε περίπτωση…


ΚΟΝΤΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 3 ΔΕΚΕΜΒΡΗ

πηγή: eksegersi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου