Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Το ιταλικό παράδειγμα: Οι καντρίλιες της αστικής πολιτικής δε θέτουν σε κίνδυνο το σύστημα

Αν δεν ήταν ο νέος, ωραίος και φέρελπις Ματέο Ρέντσι, που παραπέμπει στον Αλέξη Τσίπρα, δεν νομίζουμε ότι τα ελληνικά ΜΜΕ θα ασχολούνταν τόσο πολύ με τις καντρίλιες των αστών πολιτικών της Ιταλίας. Ειδικά της Ιταλίας, που έχει μια παράδοση πολλών δεκαετιών κυβερνητικών κρίσεων. Της Ιταλίας που στη διάρκεια κάθε βουλευτικής περιόδου μπορεί να προκύψουν τρεις και τέσσερις κυβερνήσεις, με διάφορους κομματικούς συνδυασμούς.

Ο Ρέντσι έπαιξε και έχασε. Απέδειξε ότι ο συνδυασμός καβαλημένου καλαμιού και Μουσολίνι δεν αποτελεί ασφαλές όχημα. Η ιστορία επαναλήφθηκε για μια ακόμα φορά ως φάρσα. Εχοντας απέναντί του όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης (εκτός από τη Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι) και μεγάλο τμήμα του ίδιου του κόμματός του (στελέχη όπως ο Μπερσάνι και ο Ντ' Αλέμα δεν του συγχώρεσαν τα διαρκή πολιτικά πραξικοπήματα με τα οποία τους εκτόπισε), νόμισε ότι μπορεί να τους νικήσει. Εκανε ένα συνταγματικό δημοψήφισμα με αντικείμενο την ενίσχυση της κυβερνητικής εξουσίας έναντι της Γερουσίας και των Περιφερειών. Δεν περιορίστηκε όμως σ' αυτό, αλλά συνέδεσε την επικράτηση του Ναι με τη δική του παραμονή στην εξουσία, επιχειρώντας έναν ακόμα εκβιασμό. Μόνο που αυτή τη φορά τον εκβιασμό δεν τον έκανε ενάντια στον Μπερσάνι (τον οποίο εκτόπισε από την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος) ή τον Λέτα (τον οποίο υποχρέωσε να παραιτηθεί από την πρωθυπουργία για να πάρει τη θέση του). Τον έκανε στο σύνολο των πολιτικών δυνάμεων και στη μάζα των ψηφοφόρων. Οταν είδε και το ισχυρότερο συνδικάτο της Ιταλίας (τη CGIL, με τους παραδοσιακούς δεσμούς με το ευρωαναθεωρητικό ρεύμα) να τάσσεται με το Οχι, μάλλον θα συνειδητοποίησε την επερχόμενη ήττα. Εκτιμούμε, όμως, ότι η αλαζονεία του δεν του επέτρεψε να δει ότι αυτό που επέρχεται δεν είναι μια οριακή ήττα (που θα μπορούσε σχετικά εύκολα να τη διαχειριστεί), αλλά συντριβή.


Με ήττα 60-40 ο Ρέντσι δεν είχε άλλη επιλογή εκτός από την παραίτηση. Την επομένη, μετά από συνάντησή του με τον πρόεδρο Ματαρέλα, ανακοίνωσε πως δέχτηκε να παραμείνει στην πρωθυπουργία μέχρι να ψηφιστεί ο προϋπολογισμός. Παρουσίασε αυτή την επιλογή ως απόφαση υπευθυνότητας, όλοι όμως αντιλήφθηκαν πως εκείνο που επεδίωκε ήταν να κερδίσει καναδυό εβδομάδες, μέχρι να καταλαγιάσει ο θόρυβος, να γίνουν οι σχετικές επαφές και να βρεθεί κάποια λύση σε κλίμα ηρεμίας. Η παρουσία του δεν ήταν απαραίτητη για να ψηφιστεί ο προϋπολογισμός. Θα μπορούσε να διοριστεί πρωθυπουργός ο έμπειρος Πιερ-Κάρλο Παντοάν, νυν υπουργός Οικονομικών, και να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες χωρίς πρόβλημα.

Δυο μέρες μετά την προσωρινή απόσυρση της παραίτησης, ο Ρέντσι απέσυρε την… απόσυρση και παραιτήθηκε οριστικά. Μέτρησε τις αρνητικές αντιδράσεις από την παραμονή του ή άλλαξε πολιτική στρατηγική; Μάλλον το δεύτερο. Το πιθανότερο είναι να πιέσει για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών το Φλεβάρη, εκβιάζοντας το ίδιο του το κόμμα ή και δημιουργώντας νέο κόμμα (λέγεται ότι έχει 100 πιστούς βουλευτές). Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Ρέντσι είναι «σώγαμπρος» στο Δημοκρατικό Κόμμα (πρώην Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς, πρώην «Κομμουνιστικό» Κόμμα Ιταλίας). Γραμματέας της νεολαίας του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος ήταν και από εκεί μεταπήδησε στο ΔΚ. Αυτού του τύπου οι χαμαιλεοντισμοί είναι κανόνας στην ιταλική αστική πολιτική σκηνή τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ενας άλλος χαμαιλέοντας, ο σικελός υπουργός Εσωτερικών Αντζελίνο Αλφάνο (από τη Χριστιανοδημοκρατία βρέθηκε στα δύο κόμματα που έφτιαξε ο Μπερλουσκόνι -Φόρτσα Ιτάλια και Λαός της Ελευθερίας- για να φτιάξει μετά τη Νέα Κεντροδεξιά) ήταν ο πρώτος που μίλησε για πρόωρες εκλογές το Φλεβάρη.

Δεν έχει κανένα νόημα ν' αρχίσουμε τις εικασίες, τα σενάρια και τις προβλέψεις για το τι  μέλλει γεννέσθαι στην Ιταλία. Οι «αγορές» δεν ανησυχούν, όπως έδειξε η ψύχραιμη αντίδραση των ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων. Ο Σόιμπλε (που όπως και η Μέρκελ στήριξε και στηρίζει τον… αντιγερμανό Ρέντσι) δηλώνει συγκρατημένα ανήσυχος για ενδεχόμενη πολιτική αστάθεια.  Η ιταλική κεφαλαιοκρατία θέλει κρατική διάσωση της «Μπάνκα  Μόντε ντέι Πάσκι» και όχι bail in, όπως εφαρμόστηκε στις κυπριακές τράπεζες (και μάλλον θα πετύχει το στόχο της, με το Βερολίνο και τη Φρανκφούρτη να κάνουν τα παπιά). Η ιμπεριαλιστική Ιταλία θα κυβερνηθεί. Αλλωστε, ο κρατικός της μηχανισμός έχει συνηθίσει να λειτουργεί ακόμα και όταν υπάρχει παρατεταμένη κυβερνητική κρίση. Το έχει αποδείξει πολλές φορές ως τώρα.

Αλίμονο στην εργατική τάξη που παρακολουθεί παθητικά τις καντρίλιες της αστικής πολιτικής και νομίζει ότι θα καθορίσει το μέλλον της παίρνοντας θέση υπέρ της μιας ή της άλλης αστικής πολιτικής παράταξης. Το σύστημα δεν τίθεται σε διακινδύνευση απ' αυτές τις καντρίλιες. Οταν υπάρχει κενό εργατικής πολιτικής, αυτές οι καντρίλιες γίνονται δύναμη του συστήματος.


Δίκοπο μαχαίρι τα δημοψηφίσματα

Τελειωμένοι πολιτικοί, αλώβητο σύστημα


Εχει ενδιαφέρον να δει κανείς την ιστορία των δημοψηφισμάτων στις αστικές δημοκρατίες. Αν είναι να βρει κανείς το κοινό τους στοιχείο, θα έλεγε πως πολλές φορές αποτελούν δίκοπο μαχαίρι για τους πολιτικούς ηγέτες που τα προκηρύσσουν. Στον Φρανσουά Μιτεράν αποδίδεται η φράση: Σε ένα δημοψήφισμα ο λαός δεν απαντά στο ερώτημα, αλλά σ’ αυτόν που προκαλεί το δημοψήφισμα. Στον Ντε Γκολ αποδίδεται άλλη φράση: Σε ένα δημοψήφισμα κάθε πολίτης απαντάει στο ερώτημα που αυτός θέλει, όχι στο ερώτημα που τον  ρωτούν.

Και ο Ντε Γκολ και ο Μιτεράν ήταν «παθόντες». Ο Ντε Γκολ το 1969 οργάνωσε δημοψήφισμα ζητώντας την αποδυνάμωση της Γερουσίας. Εχασε, παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στα κτήματά του.

Ο Μιτεράν το 1992, όταν ακόμα ήταν παντοδύναμος στη γαλλική πολιτική σκηνή, προκήρυξε δημοψήφισμα για έγκριση της συνθήκης του Μάαστριχτ. Το Ναι κέρδισε οριακά, με ποσοστό 51%. Προηγουμένως, το σύνολο των ηγετών των αστικών κομμάτων καρδιοχτύπησε, γιατί δε θα ήθελαν ποτέ, η Γαλλία, ο ένας από τους θεμέλιους λίθους της ΕΟΚ (ο άλλος ήταν η Γερμανία), να αντιμετωπίσει πρόβλημα με μια στρατηγική επιλογή (τη διαδικασία μετάβασης από την ΕΟΚ στην ΕΕ), που είχε κάνει το πολιτικό της προσωπικό κατ’ εντολή της γαλλικής μονοπωλιακής αστικής τάξης. Με την καρδιά του να επιστρέφει στη θέση της, ο Μιτεράν δεν πραγματοποίησε ποτέ το δημοψήφισμα για συνταγματική μεταρρύθμιση, που είχε υποσχεθεί το 1991.

Αντίθετα με τον Μιτεράν, ο Ανδρέας Παπανδρέου δεν πραγματοποίησε ποτέ το δημοψήφισμα για την παραμονή ή την αποχώρηση από την ΕΟΚ, για το οποίο «δεσμευόταν» μέχρι να πάρει την εξουσία για πρώτη φορά. Ηξερε ότι δύσκολα θα κέρδιζε η παραμονή, την οποία θα ήταν αναγκασμένος να υποστηρίξει, αφού η αντίθεσή του στην ΕΟΚ ήταν ένα δημαγωγικό πυροτέχνημα.

 Στη Γαλλία, μετά τον Μιτεράν την πάτησε και ο Ζακ Σιράκ. Το δημοψήφισμα για την έγκριση του πρώτου ευρωσυντάγματος, που έγινε το Μάη του 2005, οδήγησε στην απόρριψη με ποσοστό που άγγιξε το 55%. Το γεγονός ότι ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν ήταν επικεφαλής της επιτροπής που συνέταξε το ευρωσύνταγμα δεν έπαιξε κανένα ρόλο. Η πλάκα είναι πως ο Σιράκ δεν είχε υποχρέωση από το γαλλικό σύνταγμα να κάνει δημοψήφισμα. Το έκανε προσβλέποντας στην προσωπική του ισχυροποίηση. Εχασε στο δημοψήφισμα του 2005, ηττήθηκε στα προκριματικά για τις προεδρικές εκλογές του 2007, αποσύρθηκε από την πολιτική και στα τέλη του 2011 βρέθηκε κατηγορούμενος για ατιμωτικά αδικήματα (υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος κ.ά.) και καταδικάστηκε.

Αντίθετα από άλλες χώρες, στην Ιρλανδία έχουν συνηθίσει να εγκρίνουν διάφορες ευρωπαϊκές συνθήκες με τη δεύτερη (κάτι σαν ποδοσφαιρική αναμέτρηση με δύο αγώνες). Στην Ιρλανδία καταψηφίστηκε το 2001 η συνθήκη της Νίκαιας και εγκρίθηκε με επαναληπτικό δημοψήφισμα το 2002. Απορρίφτηκε η συνθήκη της Λισαβόνας το 2008 και εγκρίθηκε με επαναληπτικό δημοψήφισμα 16 μήνες αργότερα.

Στην Ελλάδα, για να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους, δεν μπήκαν σε διαδικασία δημοψηφίσματος για καμία από τις φάσεις της λεγόμενης ευρωπαϊκής ενοποίησης. Οι αποφάσεις περνούσαν από τη Βουλή, όπου υπήρχε πάντοτε μια συμπαγής ευρώδουλη πλειοψηφία. Δημοψήφισμα έκανε μόνο ο Τσίπρας το 2015. Ηταν το γνωστό κάλπικο δημοψήφισμα. Ο Τσίπρας μετέτρεψε το Οχι σε Ναι μέσα σε λίγες ώρες και όλα τελείωσαν. Οχι, όμως, για τον ίδιο και την κλίκα του. Μπορεί να κέρδισαν τις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, με τη λαϊκή διαμαρτυρία να εκφράζεται κυρίως μέσα από μια έκρηξη της αποχής, όμως η απάτη του δημοψηφίσματος αποτελεί ένα στίγμα από το οποίο ποτέ δε θα μπορέσουν να απαλλαγούν. Η νίκη τους ήταν πύρρειος.

Το 2016 έφερε τα δυο τελευταία δημοψηφίσματα-Βατερλό. Ο Κάμερον, αφού προηγουμένως είχε διαπραγματευτεί με το γερμανογαλλικό άξονα και είχε κερδίσει ευνοϊκούς όρους για την παραμονή της Βρετανίας στην ΕΕ, προκήρυξε το δημοψήφισμα που είχε προαναγγείλει προεκλογικά, έχασε (έστω και οριακά) και έβαλε πρόωρο τέλος σε μια πολλά υποσχόμενη πολιτική καριέρα. Ο Ρέντσι, εξουσιαστικά αχόρταγος και πολιτικά αλαζόνας, έκανε το ίδιο προσπαθώντας να φτιάξει ένα απόλυτα πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα διακυβέρνησης στην Ιταλία. Συνετρίβη και τώρα ψάχνει τρόπο για να μεθοδεύσει την επάνοδό του στην κεντρική πολιτική σκηνή, για να μη συνταξιοδοτηθεί στα 40 μόλις χρόνια του.

Τα δημοψηφίσματα, λοιπόν, έχουν «τελειώσει» αρκετούς αστούς πολιτικούς ηγέτες, που δε λογάριασαν σωστά τα πράγματα. Η αστική πολιτική είναι ανελέητη. Οταν παίζεις «χοντρό» παιχνίδι και χάνεις, πρέπει να πας στη μπάντα. Ουδείς αναντικατάστατος, άλλωστε. Σημασία έχει να βγει αλώβητο το σύστημα και η ήττα να προσωποποιηθεί. Κι όπως βλέπουμε, το σύστημα πάντοτε βγαίνει αλώβητο, με ή χωρίς ξαναμοίρασμα της ισχύος ανάμεσα στους διάφορους  πόλους του. Το πιο κλασικό παράδειγμα είναι αυτό με την απόρριψη του ευρωσυντάγματος σε δημοψηφίσματα στη Γαλλία και την Ολλανδία. Η Συνθήκη της Λισαβόνας, που ακολούθησε, ξεβάφτισε τη Συνθήκη από σύνταγμα, και τα κράτη την ενέκριναν μέσω των κοινοβουλίων τους.


ΚΟΝΤΡΑ: ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ 10 ΔΕΚΕΜΒΡΗ

πηγή: eksegersi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου