Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

Γκριζοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος των ΑΟΖ. Δεύτερο μέρος, του Κώστα Μάρκου.Το Κυπριακό, οι αστικοί ανταγωνισμοί και η Αριστερά

Προϋπόθεση για να παίξουν η εργατική τάξη και οι λαοί των δυο εθνοτήτων της Κύπρου τον ιστορικό απελευθερωτικό ρόλο τους είναι η ενότητά τους και η πάλη για τη διεκδίκηση και κατάκτηση μιας διπλής ανεξαρτησίας

 
Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου έγινε προσπάθεια να εξηγηθεί ότι το Κυπριακό τίθεται πλέον σε νέα, ποιοτικά διαφορετική βάση, σε σχέση με την προηγούμενη εποχή, ακόμη και σε σχέση με την περίοδο του σχεδίου Ανάν. Σε αυτή τη βάση, το κυρίαρχο οικονομικό ζήτημα των κοιτασμάτων φυσικού αερίου και των ΑΟΖ που προέκυψε, η δομική καπιταλιστική κρίση και ο επιθετικός ρόλος των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων, δεν καταργεί, αλλά θέτει σε άλλη ιστορική, οικονομική και διεθνή βάση το «παλιό», άλυτο, εθνικό, πολιτικό και ταξικό κυπριακό πρόβλημα. Εκτιμήθηκε ότι μια χυδαία, κερδοσκοπική «λύση για το φυσικό αέριο» είναι βαθιά αντιδραστική και ενέχει τον κίνδυνο «συριοποίησης» της Κύπρου που θα εμπλέξει και την Ελλάδα.

Το άρθρο τελείωνε με το ερώτημα: Ποιος και πώς μπορεί να αποτρέψει αυτόν τον εφιάλτη;


Η ανάγκη διπλής ανεξαρτησίας των δυο εθνοτήτων της Κύπρου
Η καθοριστική «εγγυήτρια δύναμη» για την αποτροπή της αντιδραστικής «λύσης» που εξυφαίνεται εν κρυπτώ στα σαλόνια της Ελβετίας και για την επιβολή μιας δίκαιης και ειρηνικής λύσης δεν είναι άλλη από το εργατικό και λαϊκό κίνημα των δυο εθνοτήτων της Κύπρου. Αποφασιστικός βοηθητικός πράγοντας είναι η ενεργητική διεθνιστική αλληλεγγύη του εργατικού κινήματος και των λαών της Ελλάδας και της Τουρκίας, με τη συμβολή και των άλλων λαών της περιοχής, ειδικά των χωρών που εμπλέκονται στο ζήτημα.

Προϋπόθεση για να παίξουν η εργατική τάξη και οι λαοί των δυο εθνοτήτων της Κύπρου τον ιστορικό απελευθερωτικό ρόλο τους είναι η ενότητά τους και η πάλη για τη διεκδίκηση και κατάκτηση μιας διπλής ανεξαρτησίας: Αφενός της εθνικής ανεξαρτησίας από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία, αλλά και Ρωσία), καθώς και τις μικρότερες «εγγυήτριες δυνάμεις» (Ελλάδα και Τουρκία) και αφετέρου της ταξικολαϊκής ανεξαρτησίας από τις κυρίαρχες αστικές δυνάμεις. Καθοριστικός είναι ο δεύτερος παράγοντας. Όμως, πρόκειται για έναν πρωτότυπο, ιστορικά εξελισσόμενο συνδυασμό, για μια ιδιαιτερότητα που δεν επιτρέπεται να καταπατιέται ούτε προς το ένα, ούτε προς το άλλο σκέλος του. Πρόκειται για ένα κουβάρι που δεν ξεμπλέκει με γενικεύσεις, δόγματα και τσιτάτα.

Ο ρόλος της βρετανικής εδαφικής επικράτειας, η ΕΕ και η Ρωσία
Η ύπαρξη βρετανικής εδαφικής επικράτειας και στρατιωτικής βάσης στο νησί είναι ένα αποκρουστικό υπόλειμμα της αγγλικής αποικιοκρατίας και ταυτόχρονα παράγοντας ποδηγέτησης του επιδιωκόμενου (στα λόγια) από όλους, «ανεξάρτητου» και «ενιαίου» κυπριακού κράτους και μαζί, παράγοντας κινδύνων εμπλοκής του στους ανταγωνισμούς των μεγάλων δυνάμεων στην περιοχή, που αναβαθμίζονται επικίνδυνα με τις πολλαπλές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Συρία. Στις τωρινές διαπραγματεύσεις, η Μεγ. Βρετανία (και οι ΗΠΑ) ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη διατήρηση της στρατιωτικής βάσης της, κάνοντας κάποιες παραχωρήσεις στο ποσοστό της εδαφικής επικράτειάς της.

Το θεμελιώδες αυτό ζήτημα εθνικής ανεξαρτησίας και αυτοδιάθεσης, στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, δεν το θέτει καμία από τις αστικές δυνάμεις της Κύπρου. Οι αιτίες είναι δυο: Από τη μια πλευρά, οι σχετικά αδύναμες αστικές τάξεις των ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων παραχωρούν πρόθυμα ή απρόθυμα ένα τμήμα της εθνικής τους κυριαρχίας, διότι ο βρετανικός και κατ’ επέκταση, ο αμερικανονατοϊκός ιμπεριαλισμός αποτελούν μια «εγγύηση», έναν «στρατηγικό σύμμαχο» για την ταξική κυριαρχία τους ενάντια στην εργατική τάξη και τους λαούς του νησιού. Από την άλλη, αποτελούν «εγγύηση» και «στρατηγικό σύμμαχο» στη δική τους, ασφαλώς υποδεέστερη, αλλά αναγκαία συμμετοχή στο μοίρασμα και ξαναμοίρασμα των αγωγών, των αγορών και της υπεραξίας, στον τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, σε συνθήκες οξύτατης έντασης των ανταγωνισμών. Για τις ίδιες περίπου αιτίες και με βάση τους ειδικούς σκοπούς και αναλογίες δύναμης, ούτε η ελληνική, ούτε η τουρκική αστική τάξη θέτουν ζήτημα αποχώρησης της Βρετανίας από την Κύπρο.

Για τις ίδιες επίσης αιτίες, η ελληνοκυπριακή και η ελληνική αστική τάξη παραχωρούν κυριαρχικά εθνικά δικαιώματα στην ΕΕ και ειδικά στη Γερμανία, ενώ ούτε η τουρκική αστική τάξη θέτει ζήτημα αποχώρησης από την ΕΕ. Στις τωρινές διαπραγματεύσεις, η ελληνική και ελληνοκυπριακή αστική τάξη «ξέχασαν» το σύνθημα της «ευρωπαϊκής λύσης». Για ποια «ευρωπαϊκή λύση» μπορεί να μιλά κανείς πρακτικά μετά την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και πώς να είναι πειστική προπαγανδιστικά μετά την εμπειρία του κουρέματος των λαϊκών καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες και το κυπριακό ευρωμνημόνιο; Για αυτούς τους λόγους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε αντίθεση με το σχέδιο Ανάν όπου είχε διαδραματίσει ενεργό ρόλο, παίζει έναν ρόλο παρατηρητή.

Ωστόσο, κανείς πλέον δεν μπορεί να παραγνωρίσει την έμπρακτη προώθηση του γερμανικού σχεδίου για την ενσάρκωση και ενεργό ρόλο του ευρωενωσιακού ιμπεριαλιστικού στρατού και αστυνομίας, άμεσα με τη μετατροπή της FRONTEX σε στρατιωτική συνοριοφυλακή, με την Κύπρο να αποτελεί το ανατολικό άκρο της γερμανογαλλικής επικράτειας. Προώθηση που επιταχύνεται μετά το Brexit και τη σύγκρουση της νέας αμερικανικής προεδρίας με την ΕΕ και ειδικά με τη Γερμανία.

Από ορισμένα τμήματα δεξιών, εθνικιστικών, αστικών και αριστερών, μικροαστικών, ελληνοκυπριακών δυνάμεων προτείνεται μια «στρατηγική συμμαχία» με τη Ρωσία. Αυτή η συμμαχία, ίσως να εμπεριείχε κάποια αμφιλεγόμενα προοδευτικά στοιχεία επί ΕΣΣΔ, αλλά τώρα, παραγνωρίζει ότι η Ρωσία έχει μετατραπεί σε μια πλήρως καπιταλιστική χώρα με σαφή επιθετικά ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Υπάρχει πλέον και η εμπειρία: ο Πούτιν αρνήθηκε το τόσο αναγκαίο δάνειο στον αριστερό και «φίλο» της Ρωσίας, Χριστόφια και τον άφησε στα νύχια της ΕΕ και του ΔΝΤ, ενώ δεν δίστασε να «πουλήσει» τους Κούρδους της Συρίας, όταν τα ιδιοτελή κρατικά συμφέροντα του ρωσικού κεφαλαίου οδήγησαν σε μια ασταθή, για την ώρα, συμμαχία με την Τουρκία, το βασικό «εχθρό» των ελληνοκυπρίων. Ο ρωσικός ιμπεριαλισμός, μετά τις επιτυχίες του στον πόλεμο της Συρίας, διεκδικεί έναν αναβαθμισμένο ρόλο στην περιοχή και ειδικά στο Κυπριακό, παρεμβαίνει μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Είναι άλλο πράγμα η αναγκαία εκμετάλλευση των ενδοϊμπεριαλιστικών διαφορών και άλλο η «στρατηγική συμμαχία» υποταγής σε κάποια από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις.

Η ιδιοτέλεια της ελληνικής αστικής τάξης και της κυβέρνησης Τσίπρα
Στις νέες διαπραγματεύσεις, η ελληνική και ελληνοκυπριακή αστική τάξη, μαζί με τις κυβερνήσεις Τσίπρα και Αναστασιάδη, μαζί με όλο το δεξιό και «αριστερό» προσωπικό τους, προωθούν τα ιδιαίτερα ταξικά και εθνικά συμφέροντά τους στην επιδιωκόμενη «ενοποίηση» κάτω από το σύνθημα «το Κυπριακό είναι πρόβλημα τουρκικής εισβολής και κατοχής». Πρόκειται για μια αλήθεια που από την πλευρά τους είναι ιδιοτελής. Πρόκειται για ένα δίκαιο αίτημα που από την πλευρά τους τίθεται στενά και γύρω από το οποίο οι δυο αστικές τάξεις συναντιούνται με πολλαπλές επιδιώξεις και για τα ιδιαίτερα συμφέροντά της η κάθε μια:

Η ελληνική αστική τάξη για να αποδυναμώσει τον κύριο ανταγωνιστή της στην περιοχή, το τουρκικό κεφάλαιο. Η ελληνοκυπριακή αστική τάξη για να γίνει ο κύριος του νησιού, ο αφέντης ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, ο προνομιούχος εκμεταλλευτής όλων και ο καρπωτής της μερίδας του λέοντος πάνω στα κοιτάσματα φυσικού αερίου. Επιπρόσθετα, με αυτό το αίτημα, επιχειρούν και εν μέρει πραγματοποιούν, πολλαπλές συμμαχίες: Με τους ελληνοκύπριους δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες και ευρύτερα, με τον ελληνοκυπριακό λαό, αλλά και με τον τουρκοκυπριακό λαό, ακόμη και με τμήματα της τουρκοκυπριακής αστικής τάξης, που ανάλογα καταπιέζονται ή παραγκωνίζονται από τη δράση του τουρκικού κεφαλαίου.

Παράλληλα, ειδικά η ελληνική αστική τάξη συγκαλύπτει με αυτό τον τρόπο την ύπαρξη και αντιδραστική λειτουργία της παρουσίας του ελληνικού στρατού στην Κύπρο. Όπως θα εξηγηθεί παρακάτω, η παρουσία του ελληνικού στρατού δεν μπορεί να ταυτίζεται με την πολεμική εισβολή και κατοχή του τουρκικού στρατού. Είναι άλλο πράγμα η στρατιωτική εισβολή και άλλο πράγμα η πολιτικοοικονομική επιβολή της παρουσίας ενός στρατού, όπως άλλο πράγμα είναι οι βάσεις του αμερικανικού στρατού στην Ελλάδα και άλλο ο πόλεμος, η εισβολή και κατοχή στο Ιράκ.

Ωστόσο, αυτή η ποιοτική διαφορά δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρουσία του στρατού μιας άλλης χώρας σε ένα υποτίθεται ανεξάρτητο κράτος. Η παρουσία αυτή επιβάλει με τη δύναμη (ή και την απειλή) των όπλων τα συμφέροντα της ελληνικής αστικής τάξης, που όπως έδειξε η εμπειρία του πραξικοπήματος της χούντας εναντίον του Μακαρίου, δεν ταυτίζονται με αυτά του κυπριακού λαού, ακόμη και του ελληνοκυπριακού, ακόμη και της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης. Από την ίδια σκοπιά, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η ύπαρξη του καθεστώτος των «εγγυητριών δυνάμεων» που υποβιβάζει την Κύπρο σε ένα προτεκτοράτο.

Τόσο η ελληνική, όσο και η ελληνοκυπριακή αστική τάξη και οι κυβερνήσεις τους, αντιτίθενται στο καθεστώς των «εγγυητριών δυνάμεων» και, φαινομενικά, συμβαδίζουν με την αναγκαιότητα για μια «ανεξάρτητη Κύπρο». Η αιτία δεν είναι η κατάκτηση της ανεξαρτησίας της Κύπρου, αλλά η ανώτερη οικονομική δύναμη του ελληνοκυπριακού κεφαλαίου, σε σχέση με το πιο αδύναμο τουρκοκυπριακό και η μεγαλύτερη πληθυσμιακή αναλογία των ελληνοκυπρίων στο νησί. Είναι η προσδοκία και η ικανότητα μετατροπής των τουρκοκυπρίων εργαζόμενων σε εργάτες «δεύτερης διαλογής», σε εσωτερικούς μετανάστες, κατ’ αναλογία με τους παλαιστίνιους στο Ισραήλ, στο όνομα της «λύσης για το φυσικό αέριο».

Επίσης, δεν μπορεί να μην υπολογιστεί ο επικίνδυνος, επιθετικός και ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του άξονα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ – Αιγύπτου, κάτω από αμερικανική καθοδήγηση. Αυτός ο άξονας, εκτός από την απειλητική στρατιωτική παρουσία ενάντια στους λαούς της περιοχής, αποτελεί και άξονα πίεσης για μια άδικη κατανομή των κοιτασμάτων φυσικού αερίου και των ΑΟΖ σε βάρος των δικαιωμάτων των λαών της Τουρκίας και υπέρ των αστικών τάξεων του Ισραήλ, της Αιγύπτου, της Ελλάδας και των ελληνοκυπρίων.

Η ιδιοτέλεια της τουρκικής αστικής τάξης και του καθεστώτος Ερντογάν
Από την πλευρά της τουρκικής και (των κυρίαρχων τμημάτων) της τουρκοκυπριακής αστικής τάξης, η επιδιωκόμενη «ενοποίηση» προωθείται κάτω από το σύνθημα «το Κυπριακό είναι πρόβλημα καταπίεσης της τουρκοκυπριακής μειονότητας». Έτσι δικαιολογείται η παρουσία του τουρκικού στρατού ως «εγγυητή» της ισοτιμίας και ελευθερίας της. Η καταπίεση της τουρκοκυπριακής μειονότητας στην εποχή πριν την τουρκική εισβολή είναι μια ιστορική αλήθεια που η επίκλησή της από την πλευρά της τουρκικής αστικής τάξης είναι επίσης ιδιοτελής. Η προβολή της ισοτιμίας της στο ενιαίο κράτος είναι ένα δίκαιο αίτημα που από την πλευρά του Ερντογάν είναι στενό και μερικό, διότι επιχειρεί να συγκαλύψει τους ειδικούς ταξικούς και εθνικοαστικούς σκοπούς της τουρκικής εισβολής και κατοχής.

Η τουρκική στρατιωτική εισβολή και κατοχή μέρους του νησιού αποτελεί δεσπόζοντα ειδικό παράγοντα για την υπερεκμετάλλευση της τουρκοκυπριακής εργατικής τάξης από το τουρκικό και τουρκοκυπριακό κεφάλαιο, παράγοντα διαχρονικής αντιδημοκρατικής πολιτικής καταπίεσης πάνω στον τουρκοκυπριακό λαό και, επί Ερντογάν, παράγοντα ισλαμοθρησκευτικής αντιδραστικής ιδεολογίας και σοβαρού κινδύνου εμπλοκής των τουρκοκυπρίων στους τυχοδιωκτισμούς του στην περιοχή για μια άδικη και προς τη δική του πλευρά, κατανομή των πόρων και των ΑΟΖ.

Αποτελεί ταυτόχρονα και απειλή για την πλήρη κατοχή του νησιού και τον υποβιβασμό της ελληνοκυπριακής εργατικής τάξης και λαού σε πλήρως ανελεύθερο ανδράποδο, για την ανηλεή εκμετάλλευσή τους εκ μέρους των τουρκικών πολυεθνικών. Που την ίδια στιγμή, σπρώχνει και δικαιολογεί την υποταγή τους στους «ομόθρησκους» και «ομόγλωσσους» ελληνοκύπριους  και έλληνες καπιταλιστές.

Η τουρκική στρατιωτική επέμβαση δεν ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής του τουρκοκυπριακού λαού, όπως ισχυρίζεται η αστική τάξη της Τουρκίας, αλλά προϊόν βίας σε βάρος του, προϊόν επιβολής της δύναμης του ανωτέρου. Έφερε την παράνομη –για κάθε Δίκαιο- εγκατάσταση εποίκων, η οποία αποτελεί την «άλλη πλευρά» της εθνοκάθαρσης, για την εθνοτική αλλοίωση του πληθυσμού, για την εκμετάλλευση των εγκαταλειμμένων περιουσιών των ελληνοκυπρίων και για τη διαίρεση των κατοίκων στα κατεχόμενα εδάφη, σε αυτόχθονες και εποίκους προς διαιώνιση της εκμετάλλευσης, της πολιτικής ανελευθερίας και της πολιτιστικής καθυστέρησης.

Εξίσου αντιδραστικός είναι και ο ασταθής ακόμα, αλλά με σοβαρή προοπτική σταθεροποίησης, στρατιωτικοπολιτικός άξονας Τουρκίας – Ρωσίας – Ιράν.

Η καταπίεση της τουρκοκυπριακής μειονότητας
Από την πλευρά των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων του νησιού, το δίκιο του αιτήματος για άμεση αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων εισβολής και κατοχής, δεν μπορεί και δεν πρέπει να συγκαλύψει ή να παραμερίσει το δίκιο του αιτήματος για ισοτιμία και προστασία της τουρκοκυπριακής μειονότητας. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να κρύψει την ιστορική αλήθεια -δηλαδή όλη την αλήθεια- της ποταπής καταπίεσης και της εγκληματικής, ληστρικής και παραστρατιωτικής δράσης των αντιδραστικών ελληνοκυπρίων και ελλήνων ενάντια στην τουρκοκυπριακή μειονότητα, κάτω από την καθοδήγηση των αντικομμουνιστικών αστικών κύκλων. Καταπίεση και εγκληματική δράση που έλαβε χώρα μέσα στον κοινό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία και ιδιαίτερα μετά από τις πρώτες ασταθείς κατακτήσεις ανεξαρτησίας, στη δεκαετία του ΄60, διασπώντας την αναγκαία ενότητα αυτού του αγώνα, σε όφελος, τελικά, των βρετανών αποικιοκρατών και των αμερικανών διαδόχων τους.

Το τότε σύνθημα της ελληνικής και ελληνοκυπριακής αστικής τάξης για «Ένωση» της Κύπρου με την Ελλάδα, στο όνομα της «εθνικής αυτοδιάθεσης», ήταν ένα αντιδραστικό αίτημα ιμπεριαλιστικής προσάρτησης της Κύπρου σε μια ανελεύθερη αντικομμουνιστική Ελλάδα, κατ’ αναλογίαν της  «σύνδεσης» (Anschluss) της Αυστρίας με τη ναζιστική Γερμανία, που διαίρεσε τους λαούς της Κύπρου. Που άνοιξε το δρόμο για την αντιδραστική «διπλή ένωση», δηλαδή τη διχοτόμηση του νησιού, την οποία προώθησε ο αμερικανοβρετανικός ιμπεριαλισμός ως «συμβιβαστική» λύση υπέρ των συμφερόντων του, με τη συμμετοχή της ελληνικής χούντας και της τουρκικής κυβέρνησης.
Αντίστοιχα αντιδραστική ήταν και είναι και η «ένωση» των τουρκοκυπρίων και του κατεχόμενου «κράτους» με την Τουρκία, με την οποία απειλεί ανοιχτά ο Ερντογάν και οι διπλωμάτες του.

Οι επαναστάτες κομμουνιστές και οι συνεπείς αριστεροί είναι υπέρ του δικαιώματος για αντιιμπεριαλιστική εθνική αυτοδιάθεση αλλά όχι υπέρ μιας ιμπεριαλιστικής επιβολής που βαφτίζεται «αυτοδιάθεση». Δεν βλέπουν αφηρημένα την εθνική αυτοδιάθεση αλλά τη συνδέουν με την πραγματική ελευθερία έκφρασης και βούλησης του λαού ενός έθνους. Συνδέουν το εθνικό με το πολιτικό και το κοινωνικό ζήτημα. Δεν παίρνουν αφηρημένα θέση υπέρ του δικαιώματος της «ένωσης», του «αποχωρισμού» ή της «ανεξαρτησίας». Αναλύουν συγκεκριμένα ποια τάξη και με ποια προοπτική είναι υπέρ της «ένωσης», του «αποχωρισμού» ή της «ανεξαρτησίας». Αλλά πάντα σέβονται την πλειοψηφική, ελεύθερη βούληση του λαού ενός έθνους, ακόμη κι αν αυτή δεν είναι της «εθνικής» ή «κρατικής» αρεσκείας τους. Από αυτή τη σκοπιά, οι δυο κυπριακοί λαοί μαζί θα μπορούσαν να επιλέξουν τόσο την ελεύθερη «ένωση» με μια ελεύθερη, κοινωνικά δίκαιη, εθνικά ισότιμη, αντικαπιταλιστική Ελλάδα όσο και Τουρκία, αρκεί να πείθονταν ότι είναι η καλύτερη προοπτική για αυτούς. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα του «αποχωρισμού» ή της «ανεξαρτησίας» από την Ελλάδα, την Τουρκία ή και τους δυο, από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ κ.λπ.

Το «άλυτο ταξικό πρόβλημα» της Κύπρου
Με βάση όλα τα παραπάνω, το Κυπριακό αποτελεί ταυτόχρονα «άλυτο πρόβλημα» α) ιμπεριαλιστικής νεοαποικιοκρατίας και καπιταλιστικής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, β) τουρκικής εισβολής και κατοχής, γ) εξάρτησης από την ελληνική αστική τάξη, δ) ισοτιμίας των δυο εθνοτήτων, αλλά κυρίως, ε) «άλυτο πρόβλημα» ταξικής ενότητας και πάλης των δυο λαών.

Στην ιστορική εποχή που ζούμε, κάτω από τους συγκεκριμένους διεθνείς, τοπικούς και εγχώριους συσχετισμούς, η αντιιμπεριαλιστική εθνική ανεξαρτησία, ενότητα και κυριαρχία της Κύπρου αποτελεί το καλύτερο έδαφος για την ανάπτυξη της ταξικής ενότητας και πάλης των ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων εργαζόμενων, για την προάσπιση των άμεσων και μακροπρόθεσμων συμφερόντων τους.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη δημιουργία της Τρίτης Διεθνούς, το κομμουνιστικό κίνημα στην Κύπρο παρουσίασε τις πρώτες μορφές ανεξάρτητης ταξικής ενότητας ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Μορφές ταξικής ενότητας που στράφηκαν ταυτόχρονα ενάντια στην αστική τάξη του νησιού και ενάντια στην αγγλική αποικιοκρατία, με τη δημιουργία κοινού κομμουνιστικού κόμματος, συνδικάτων και λαϊκών ενώσεων. Η σταδιακή υποχώρηση τους επαναστατικού κύματος και ο ταξικός εκφυλισμός της ΕΣΣΔ, ειδικά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, βοήθησαν στο να γεννηθούν τα πρώτα σπέρματα εθνικού διχασμού στο κυπριακό εργατικό και λαϊκό κίνημα, που επέτρεψαν την εκμετάλλευση των υπαρκτών εθνικών διαφορών από τον ιμπεριαλισμό και τις αστικές τάξεις, που μετέβαλαν το εργατικό και λαϊκό κίνημα σε εξάρτημά τους.

Αυτές οι δυο αντίθετες τάσεις –ανεξάρτητη ταξική εργατολαϊκή ενότητα ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων και ταξική εξάρτηση από τις δυο αστικές τάξεις και τον ιμπεριαλισμό- συνυπάρχουν και σήμερα, με τη δεύτερη να έχει ακόμη καταλυτικά την ηγεμονία στο εργατικό κίνημα της Κύπρου. Χαρακτηριστική είναι η επανεμφάνιση και σύγκληση του Πανσυνδικαλιστικού Φόρουμ Κύπρου (ΠΦΚ), στις 9 Ιανουαρίου 2017, μιας ένωσης δεκαεννέα ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών συνδικάτων, που εξέδωσε «Κοινή Διακήρυξη» στις δυο γλώσσες, με τα ιδιαίτερα εργατικά αιτήματα «για την επίτευξη μιας δίκαιης λύσης και την επανένωση της κοινής μας πατρίδας μέσα από την διαδικασία των διαπραγματεύσεων» (https://omospondia.net/2017/01/koinh-diakhry3h-pansyndikalistikoy-foroym-kypoy).

Η «Κοινή Διακήρυξη» θέτει τα παρακάτω αιτήματα: Εφαρμογή ενιαίου συστήματος εργασιακών σχέσεων, απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλισης, καθορισμού μισθών και απολαβών. Πλήρης σεβασμός του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης, του συνεταιρίζεσθαι και της επιλογής απασχόλησης σε οποιαδήποτε περιοχή της Κύπρου. Πλήρης απαγόρευση των διακρίσεων αναφορικά με την απασχόληση ή/και τις απολαβές λόγω εθνικής καταγωγής, θρησκείας, χρώματος, φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού. Εφαρμογή ενός εκπαιδευτικού συστήματος που θα διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση περιβάλλοντος ανεκτικότητας, ειρηνικής συνύπαρξής και αλληλοσεβασμού.

Τα αιτήματα αυτά, από τη μια πλευρά, προωθούν την κοινή εργατική πάλη υπερβαίνοντας την εθνική διαίρεση, αλλά από την άλλη χαρακτηρίζονται: α) Από μια επικίνδυνη αοριστία (με ποιο «ενιαίο σύστημα εργασιακών σχέσεων» και σε ποιο ύψος το «ενιαίο σύστημα καθορισμού μισθών»;). β) Από την παράδοση της «δίκαιης λύσης» στα χέρια των ιμπεριαλιστών και των αστικών τάξεων («Οι οργανώσεις μέλη του ΠΦΚ εκφράζουν την ενεργητική στήριξή τους στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις στη Γενεύη και καλούν τους δύο ηγέτες όπως εργαστούν με καλή θέληση και προσήλωση για να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα και επιτυχής κατάληξη»). γ) από τη λογική της ταξικής συνεργασίας («ύπαρξη μιας ενιαίας οικονομίας και αγοράς εργασίας που θα έχει στο επίκεντρό της την ενίσχυση της ευημερίας όλων των Κυπρίων και την εγγύηση της κοινωνικά δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου»). Και, δ) από την απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα της συνταγματικής, πολιτικής και ουσιαστικής ισοτιμίας των δυο βασικών εθνοτήτων.

Η «λύση» βρίσκεται στην ταξική και εθνική ενότητα των λαών της Κύπρου
Στη σημερινή περίοδο και την (όχι εύκολη) πιθανή «λύση για το φυσικό αέριο», οι μικρές επαναστατικές κομμουνιστικές, αντικαπιταλιστικές και διεθνιστικές δυνάμεις των δυο λαών στην Κύπρο, αλλά και στην Ελλάδα και την Τουρκία, καλούνται να προβάλουν τις ιδιαίτερες, ανεξάρτητες ταξικές διεκδικήσεις σε όλο το φάσμα του κυπριακού προβλήματος.

Αυτό το «πλαίσιο πάλης» δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της σκέψης κάποιων στενών «πρωτοποριών» της Ελλάδας, αλλά ζήτημα πλατιάς συζήτησης και ζύμωσης, πρώτα από όλα στην Κύπρο, στους εργαζόμενους και των ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων. Με βάση τις πιο προωθημένες κοινωνικές και εθνικές ταξικές θέσεις και διεκδικήσεις, με βάση τη γνώση της ιστορίας, τον εργατικό διεθνισμό και με σεβασμό στο λαϊκό πατριωτισμό και των δυο εθνοτήτων, ένα τέτοιο πλαίσιο θέσεων για το Κυπριακό θα μπορούσε να περιέχει τα παρακάτω:

-        Κύπρος ενιαία, ανεξάρτητη, αντιιμπεριαλιστική – Κύπρος της κοινωνικής δικαιοσύνης και της αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής προοπτικής. Με μία και ενιαία κρατική οντότητα, κυριαρχία και διεθνή εκπροσώπηση. Κάθετη απόρριψη της συνομοσπονδίας ή μιας άτυπης συνομοσπονδίας, διότι αυτό σημαίνει έμπρακτη διχοτόμηση του νησιού και των λαών του. Η διαφορά ομοσπονδίας και συνομοσπονδίας δεν είναι ένα απλό «συν», αλλά η διαφορά ανάμεσα σε ένα ενιαίο κράτος και σε δυο κράτη. Παρότι οι Μαρξ και Ένγκελς δεν ευνοούσαν την ομοσπονδιακή βάση στη συγκρότηση των ενιαίων κρατών, διότι αυτή δυσκόλευε την κοινή ταξική πάλη (όπως επιβεβαίωσε η ιστορία του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ), οι επαναστάτες κομμουνιστές δεν παραγνώριζαν τις εθνικές και ιστορικές ιδιαιτερότητες και συσχετισμούς (βλ. ομοσπονδία της ΕΣΣΔ).

-        Στην προοπτική ενός ενιαίου κράτους και σε οποιαδήποτε βάση, οι εργαζόμενοι της Κύπρου χρειάζεται να ενωθούν και να προβάλουν τα ταξικά τους αιτήματα για: α) ενιαία εργατικά και ασφαλιστικά δικαιώματα στη βάση του ανώτερου και όχι του κατώτερου μισθού, β) ενιαίες σχέσεις εργασίας ενάντια στον εργασιακό, εθνικό, φυλετικό ή έμφυλο κατακερματισμό, γ) πλήρη ελευθερία εγκατάστασης σε όλο το νησί χωρίς εσωτερικά σύνορα ή ελέγχους και τελευταίο, αλλά όχι σε σημασία, δ) κοινή, δημόσια, κρατική και εθνικοποιημένη ιδιοκτησία όλων των κοιτασμάτων, των αγωγών και εγκαταστάσεων του φυσικού αερίου, με εργατολαϊκό έλεγχο.

-        Παράδοση της βρετανικής εδαφικής επικράτειας στο ενιαίο κράτος, κλείσιμο της βρετανονατοϊκής βάσης, αποχώρηση του βρετανικού στρατού και αστυνομίας, αποχώρηση από την ΕΕ και τους στρατιωτικοπολιτικούς άξονες Ελλάδας και Τουρκίας, απαγκίστρωση από όλες τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις ως θεμελιώδη αιτήματα της αντιιμπεριαλιστικής πάλης για την κατάκτηση της εθνικής ανεξαρτησίας της Κύπρου και ταυτόχρονα, ως ειδικά αιτήματα της ταξικολαϊκής αντικαπιταλιστικής πάλης για την κατάκτηση ποιοτικά καλύτερων συσχετισμών σε βάρος των αστικών τάξεων του νησιού.

-        Το εργατικό, λαϊκό, αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα και στις δυο πλευρές της Κύπρου, και στις δυο πλευρές του Αιγαίου, χρειάζεται να προωθεί ταυτόχρονα τα αιτήματα για αποχώρηση του τουρκικού στρατού εισβολής και κατοχής, την αποχώρηση του ελληνικού στρατού και κάθε ξένου στρατού, την κατάργηση των καθεστώτος των «εγγυητριών δυνάμεων». Εγγυητής της αντιιμπεριαλιστικής ανεξαρτησίας και της αντικαπιταλιστικής κοινωνικής δικαιοσύνης είναι η κοινή πάλη των δυο λαών και ειδικά της εργατικής τάξης, μαζί με τη διεθνιστική αλληλεγγύη.

-        Εγγυητής της προστασίας της δεσπόζουσας τουρκοκυπριακής μειονότητας (και κάθε μειονότητας) και της ισοτιμίας μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, ανεξάρτητα από κοινωνική θέση, φύλο ή θρησκεία, είναι η κοινή πάλη των εργαζομένων και των δυο λαών, με συνειδητή παραχώρηση δικαιωμάτων της σχετικά πλειοψηφικής ελληνοκυπριακής κοινότητας, που θα κατοχυρώνεται συνταγματικά, πολιτικά και κοινωνικά. Ο Λένιν ήταν υπέρ της ετήσιας εναλλαγής του προέδρου της ΕΣΣΔ και της ολοκληρωτικής πολιτικής ισοτιμίας όλων των εθνών σε βάρος του σχετικά πλειοψηφικού και κυρίαρχου μεγαλορωσικού εθνικισμού.

-        Κοινή καταγραφή των περιουσιών που εγκαταλείφθηκαν από ελληνοκύπριους και τουρκοκύπριους, επανεγκατάσταση ή αποζημίωση από το τουρκικό κράτος από κοινές, κρατικές, λαϊκές και ισότιμες επιτροπές ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Επιστροφή των εποίκων στις πατρίδες τους με κοινωνικά κριτήρια και ευαισθησία για τη ζωή και την εργασία τους, με αντίστοιχη αποζημίωση από το τουρκικό κράτος ή πολιτογράφησή τους ως πολιτών της ενιαίας Κυπριακής Δημοκρατίας. Πλήρη εργασιακά, πολιτικά και νομικά δικαιώματα σε όλους τους μετανάστες.

Σε μια τέτοια βάση, μπορεί να αναπτυχθεί ένα σύγχρονο κομμουνιστικό εργατικό κίνημα στην Κύπρο, στην Ελλάδα και την Τουρκία.

πηγή: kommon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου