Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Μια διορθώτρια του ΔΟΛ και μια λυπητερή ιστορία από το μέλλον

Χρειάστηκε να φτάσουμε στο ψυχορράγημα του ΔΟΛ, για να θυμηθούμε ότι εκτός από εκείνους που υπογράφουν τα κείμενά τους, υπάρχουν και οι αφανείς εργάτες της δημοσιογραφικής θαλάσσης - και αυτοί οι εργάτες έχουν πρόσωπο και ονοματεπώνυμο. Υπάρχουν οι άνθρωποι της λάντζας, οι διορθωτές, οι γραφίστες, οι τεχνικοί, οι κλητήρες, οι καθαρίστριες.

Στο φύλλο της Πέμπτης των «Νέων», αυτό με τα 172 κεφαλάκια, δόθηκε μια στήλη σε μια διορθώτρια, τη Σοφία Αδαμαντίδου, που μιλά για τη δουλειά της στον ΔΟΛ και για την αγωνία των τελευταίων μηνών. Για το άγχος, την κούραση, αλλά και την περηφάνια που αντλούσε επί 17 χρόνια από την εργασία της, την οποία σήμερα κινδυνεύει να χάσει για πάντα. Μιλά ως «αφανής κρίκος της εκδοτικής αλυσίδας», διαχωρίζοντας τον εαυτό της από «τους μεγαλοδημοσιογράφους και τους υπόλοιπους αρθρογράφους», που εμείς διαβάζουμε.


Μόνο όταν ο Τιτανικός βουλιάζει, τα ΜΜΕ δίνουν βήμα στο πλήρωμα. Συνήθως μιλάνε οι καπετάνιοι, οι αξιωματικοί. Ας θυμηθούμε τι συνέβαινε όταν έκλεισε το Αlter, όταν πολλά κανάλια επέτρεπαν σε «απλούς εργαζόμενους» να πουν τον πόνο τους. Οι εργαζόμενοι αποκτούν φωνή μόνο όταν φτάνουν ναυαγοί στο ξερονήσι της ανεργίας. Όσο μοχθούν στα αμπάρια είναι αόρατοι.

Η θέση των διορθωτών σε μια εφημερίδα δεν είναι πρώτο τραπέζι πίστα, τραπέζι «καλτσάτο», όπως το λένε οι νυχτοπερπατημένοι. Οι άνθρωποι αυτοί των μετόπισθεν εργάζονται με το πιο σκληρό ωράριο ενώ η εισαγωγή της αυτόματης διόρθωσης ήταν η δικαιολογία για να απολυθούν πολλοί και να γίνει ακόμα πιο εντατική και δύσκολη η δουλειά εκείνων που έχουν απομείνει.

Δεν είναι μόνο τα κομπιούτερ που μείωσαν τις θέσεις εργασίας των διορθωτών. Είναι και οι μειωμένες απαιτήσεις των αφεντικών. Αφήστε που συχνά οι τελευταίοι είναι πολύ πιο αγράμματοι από τους υπαλλήλους τους ή μάλλον η κουλτούρα τους είναι κοσμική μεν πρωτόγονη δε. Η έγνοια για τη γλώσσα, την ακρίβεια, ακόμα και την κομψότητα της έκφρασης ανήκει στο παρελθόν. Χοντρά γραμματικά και πραγματολογικά λάθη και ακυρολεξίες βρίσκονται παντού: στον χάρτινο και τον ηλεκτρονικό Τύπο, στον προοδευτικό και τον συντηρητικό.

Τα έντυπα του ΔΟΛ, όπως και άλλων ομίλων, δεν τα έχτισαν μόνο ο Πρετεντέρης και τα πρετεντεροειδή, αλλά και οι μακρινοί συγγενείς εκείνων που έχτισαν τις Πυραμίδες ή τη «Θήβα την εφτάπυλη». Πάνω από τα κεφάλια των 500 δεν πλανιέται μόνο το φάντασμα της οικονομικής εξαθλίωσης, αλλά και της επαγγελματικής απαξίωσης, του ακυρωμένου μέλλοντος. Το γεγονός ότι το φάντασμα αυτό έχει πια εγκατασταθεί στη ζωή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζόμενων δεν σημαίνει ότι μπορούμε να σφυρίζουμε αδιάφορα.


«Θέλω ακόμα να υπηρετήσω τα αχάριστα γράμματα»

Το 1925 πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα ο Ιωάννης Αρσένης, ένας λόγιος από την Κεφαλονιά ο οποίος από το 1881 και για 25 χρόνια εξέδιδε την ετήσια επιθεώρηση Ποικίλη Στοά, ένα πολυσέλιδο ημερολόγιο με φιλολογικά, ιστορικά κι εγκυκλοπαιδικά κείμενα. Αφού του έκαναν έξωση από το μικρό σπίτι όπου έμενε, στην οδό Αχαρνών, κάποιος του βρήκε ένα καμαράκι στην οδό Σκοπέλου, στην Κυψέλη.

Είναι αυτονόητο ότι δεν θεωρούμε νομοτελειακή μια τέτοια σκληρή τύχη για τους αφανείς εργαζόμενους του ΔΟΛ και τους χιλιάδες απολυμένους ή απλήρωτους των ΜΜΕ. Χρειάζεται αγώνας ακριβώς για να αποτραπεί μια τέτοια κατάληξη. Ίσως όμως αξίζει να ακούσουμε όμως το παράπονο και το όνειρο του ίδιου του Αρσένη, όπως το διέσωσε το Κωστής Μπαστιάς, που το 1932 έγραψε γι’ αυτόν στο περιοδικό «Εβδομάς».

Το κείμενο που ακολουθεί, το απόσπασμα για την ακρίβεια, είναι σπαρακτικό, όχι γιατί μιλά για δύσκολα περασμένα χρόνια, αλλά γιατί μας θυμίζει τα δύσκολα χρόνια, τα τωρινά. Σαν να ’ρχεται από το κοντινό μέλλον και όχι από το παρελθόν. Εβδομήντα και βάλε ήταν τότε ο Αρσἐνης, σαν να λέμε ενενηντάρης με τα σημερινά δεδομένα.


Το παράπονο του «καλλίτερου διορθωτή»

«Στην οδό Σκοπέλου πήγαμε να τον δούμε μαζί με τον φίλο γιατρό Κελεμένη.
Ένα δωμάτιο μικρό, σε μια αυλή. Μέσα στο δωμάτιο ένα κρεββάτι και γύρω σωριασμένα φύρδην μίγδην τα πράγματά του. Παρηγοριά του μοναχή το καμινέτο που ψήνει μόνος του λίγο καφεδάκι και το τσιγάρο. Μόλις μας βλέπει, αρχίζει ένα κλάμμα που δεν είχε τελειωμό. Θέλει να μιλήση μα δεν τα καταφέρνει από το δάκρυ, από την συγκίνηση. Κάποια στιγμή ησυχάζει.
Ποτέ μου, μας λέει, δεν περίμενα τέτοια υστερνά. Από το γραφείο μου της Ποικίλης Στοάς είχανε περάσει οι αριστείς του πνεύματος και της τέχνης και η Ποικίλη Στοά στάθηκε σταθμός στο είδος της. Υπηρέτησε γενεές ολόκληρες. Λανσάρισα ανθρώπους, βοήθησα κόσμο, υπηρέτησα τα γράμματα του τόπου σαν στρατιώτης πιστός και φανατικός και να ποια η αμοιβή του. Αν κανένας άνθρωπος, απ’ αυτούς που διάβασαν το άρθρο σας για μένα στην Πρωία με θυμηθή, μου στέλνει ή μου φέρνει λίγη τροφή ή λίγα τσιγάρα, αν όχι, μπορώ να μείνω νηστικός και να πεθάνω ακόμα από πείνα χωρίς κανένας να το πάρη μυρωδιά. Ποτές δεν φαντάστηκα πως ύστερ’ από τόσων χρόνων αγώνες, θα θεωρώ ένα άσυλο, του Λάμψα το γηροκομείο [σσ.: πρόκειται για τη δωρεά της οικογένειας Λάμψας, το κτίριο που ακόμα βρίσκεται στη λεωφόρο Κηφισίας], ως ιδανική λύση γι’ αυτά τα ταλαιπωρημένα χρόνια μου. Κι όμως, δεν ζητάω καλλίτερη τύχη εν ονόματι των περασμένων και μόνο. Νοιώθω πως δεν είμαι ακόμα συνταξιούχος της δράσεως. Αισθάνομαι κέφι για δουλειά, Θέλω ακόμα να υπηρετήσω τα αχάριστα γράμματα. Ακόμα αν μ’ έπαιρναν και σαν διορθωτή. Είμαι ο καλλίτερος και κάτι που είχε η Ποικίλη Στοά είναι πως στάθηκε το μόνο περιοδικό που δεν είχε λάθη τυπογραφικά. Στολίδι που κανένα έντυπο δεν είχε να παρουσιάση. Νοιώθω πως κάτι ακόμη μπορώ να φτιάξω, πως κάτι μπορώ να καταφέρω. Αν όμως πάλι τούτο αδύνατο, και πρέπει όπως και να ’ναι να πάω κάπου, ένα ζητάω, το καμαράκι που θα μου δώσουνε να μ’ αφήσουνε να το στολίσω μόνος μου και να πάρω δίπλα μου τ’ αγαπημένα μου βιβλία. Τούτο μόνο θέλω, και νομίζω πως δεν ζητάω μια χάρη που δύσκολα μπορεί να γίνη σ’ έναν άνθρωπο. Σ’ ένα τέτοιο καμαράκι, τριγυρισμένος από τα βιβλία μου, θα περάσω ήσυχα τα τελευταία μου χρόνια και θα κλείσω τα μάτια μου με τη χαρά πως η ζωή μού ’δωκε ό,τι καλλίτερο μπορούσε: λίγο χώρο που ήσυχα από κει να καμαρώνω τα πρωινά τον ήλιο και της νύχτας τ’ άστρα και το φεγγάρι, τους άκακους αυτούς μάρτυρες κάθε χαράς και κάθε δυστυχίας.
(Πηγή: Κωστής Μπαστιάς, Φιλολογικοί περίπατοι, Β΄τόμ., εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2002)


Επίλογος
Δεκάδες χιλιάδες είναι οι εργάτες των γραμμάτων, δημοσιογράφοι, μεταφραστές, επιμελητές, διορθωτές, γραφίστες, ποιητές και πεζογράφοι (ας μη μιλήσουμε για μουσικούς, ζωγράφους, ηθοποιούς) που αν και πολύ νεότεροι από όσο ήταν πριν εκατό χρόνια ο Αρσένης, βλέπουν το μέλλον τους εξίσου σκοτεινό. Δεν γυρεύουν ένα καμαράκι στο γηροκομείο. Αυτό που γυρεύουν, την ίδια την ανθρωπιά τους, δεν μπορεί να τους το δώσει ένας απάνθρωπος κόσμος. Όλοι αυτοί τώρα παροπλίζονται, η κοινωνία ολόκληρη μοιάζει να τους λέει ότι είναι περιττοί, αχρείαστοι.

Η ανεργία γίνεται πιο αβάσταχτη όχι μόνο όταν τρέχουν οι υποχρεώσεις, όταν έχεις παιδιά, σκυλιά, αλλά και όταν έχεις αποκτήσει μια ειδίκευση στη διάρκεια του εργασιακού σου βίου. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέσα σε ένα χρόνο (Νοέμβρης 2015 - Νοέμβρης 2016), το ποσοστό των ανέργων ηλικίας 55-64 ετών αυξήθηκε από 17,3% σε 19,3%. «Απολύουν τους γονείς και προσλαμβάνουν με τα μισά λεφτά τα παιδιά τους», είναι ο χαρακτηριστικός τίτλος ενός άρθρου του Χρ. Κάτσικα στην Εφημερίδα των Συντακτών.

Διορθωτές χωρίς κείμενα να διορθώσουν, δημοσιογράφοι χωρίς ΜΜΕ να μιλήσουν και να γράψουν, οικοδόμοι χωρίς οικοδομές να σκαρφαλώσουν, υφαντουργίνες χωρίς αργαλειούς, τεχνίτες χωρίς εργοστάσια να δουλέψουν, δάσκαλοι χωρίς μαθητές να διδάξουν, ηθοποιοί χωρίς σκηνή, μουσικοί χωρίς πάλκο. Το λάθος δεν βρίσκεται κάπου, «κατά βάθος», όπως τραγούδησε ο Κηλαηδόνης. Το λάθος πια έχει ανέβει στον αφρό, στέκεται στο λαιμό μας σαν ψαροκόκαλο.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΤΖΙΑΝΤΖΗ


Εικ.: John Baldessari, Cutting ribbon


πηγή: kommon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου