Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Γιατί τόση «συντροφική εμπάθεια»;


Κάποια στελέχη της ΛΑ.Ε σχολίαζαν εντυπωσιασμένα στην Iskra ένα ενυπόγραφο κείμενο στο Rproject υπό τον τίτλο «Ο κεϋνσιανός δρόμος της απώλειας: Στην εκδήλωση του ΕΔΕΚΟΠ για τη δραχμή».

Τα στελέχη αυτά της ΛΑ.Ε ήταν εντυπωσιασμένα καταρχάς από το γεγονός, ότι ο αρθρογράφος δεν βρήκε να πει, σχεδόν, τίποτα θετικό για το περιεχόμενο της εκδήλωσης του ΕΔΕΚΟΠ (πέραν της μεγάλης συμμετοχής), ενώ η πρόταση που παρουσιάστηκε χαρακτηρίστηκε «ούτε αριστερή, ούτε ριζοσπαστική».

Αυτό, όμως, που διέκριναν και τους έκανε εξαιρετική εντύπωση στο κείμενο, μας έλεγαν τα ίδια στελέχη, ήταν μια ιδιαίτερα ανεξήγητη εμπάθεια, σχεδόν χολή, σε βάρος της ΛΑ.Ε και της ηγεσίας της, με αρκετές ανακρίβειες, πολλές υπερβολές και προσωπικούς τόνους.


Ιδιαίτερα τα ίδια στελέχη τόνιζαν ότι δεν είναι δυνατόν να συγχέεται στο κείμενο μια ανοικτή πολιτική εκδήλωση με μια συνέντευξη Τύπου, όπως αυτή που έκανε η ΛΑ.Ε για το φυλλάδιο της μετάβασης από το ευρώ στο εθνικό νόμισμα και, κυρίως είναι απολύτως απαράδεκτο και αστήρικτο να λέγεται και μάλιστα γενικευμένα και αφοριστικά, ότι η ηγεσία της ΛΑ.Ε θεωρεί τάχα ότι «πολιτική και επικοινωνία σήμερα σημαίνουν συνθήματα και εύκολα λόγια από την τηλεόραση και όχι τεκμηριωμένες, εμπεριστατωμένες και συνεκτικές θέσεις – όπλα στην καθημερινή επιχειρηματολογία και ζωή του κάθε πολίτη». (Σκεφθείτε να είχε η ΛΑ.Ε και αισθητή παρουσία στις τηλεοράσεις).

Ευπρόσδεκτη η κριτική για τα πάντα. Δεν βλάπτει, όμως, τόνιζαν τα ίδια στελέχη της ΛΑ.Ε, λίγο περισσότερη εποικοδομητικότητα και ένα ευρύτερο και πιο ενωτικό πνεύμα. «Αν δεν κάνουμε λάθος, δεν είμαστε αντίπαλοι ούτε σε αντίπαλα στρατόπεδα, ενώ όλοι μας χρειαζόμαστε περισσότερη θετική συζήτηση, παρά εύκολες βολές, που θυμίζουν τις κακές πλευρές του παρελθόντος της Αριστεράς», κατέληγαν.

Στη συνέχεια παραθέτουμε και ολόκληρο το κείμενο του αρθρογράφου, για να σχηματίσουν οι ενδιαφερόμενοι αναγνώστες μας μια δική τους πληρέστερη άποψη:

Ο ΚΕΫΝΣΙΑΝΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ: ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΔΕΚΟΠ ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΑΧΜΗ

Του Γιάννη Νικολόπουλου*

H «πιο σοβαρή και τεκμηριωμένη πρόταση» δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε αριστερή, ούτε ριζοσπαστική.

Πρώτα, με­ρι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα που ανή­κουν στην κα­τη­γο­ρία του αυ­τό­πτη μάρ­τυ­ρα και θεατή. Η κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή αί­θου­σα ΑΛ­ΚΥΟ­ΝΙΣ απο­δεί­χτη­κε πολύ μικρή για το πλή­θος που συ­γκέ­ντρω­σε η εκ­δή­λω­ση του ΕΔΕ­ΚΟΠ για τη με­τά­βα­ση στη δραχ­μή. Η αί­θου­σα ήταν κα­τά­με­στη και ασφυ­κτι­κά γε­μά­τη στη «γα­λα­ρία», είχε πα­ντού όρ­θιους, που έφθα­ναν έως έξω στο πε­ζο­δρό­μιο της Ιου­λια­νού – και αν ο κλει­στός χώρος δεν ξε­γε­λά το μάτι μι­λά­με για πάνω από 600-700 άτομα( η ΑΛ­ΚΥΟ­ΝΙΣ έχει 330 κα­θί­σμα­τα). Ο Κώ­στας Λα­πα­βί­τσας προ­λο­γί­ζο­ντας την εκ­δή­λω­ση είχε δίκιο όταν ανέ­φε­ρε πως η συμ­με­το­χή και η αντα­πό­κρι­ση του κό­σμου είναι ένα θε­τι­κό και συ­γκλο­νι­στι­κό μή­νυ­μα που αιφ­νι­δί­α­σε και τους ίδιους τους διορ­γα­νω­τές – κα­νο­νι­κά θα έπρε­πε να είχαν προ­νο­ή­σει για μια με­γα­λύ­τε­ρη αί­θου­σα. Προ­σθέ­τω ότι κατά την εκτί­μη­ση μου, θα έπρε­πε να έχουν προ­νο­ή­σει για πε­ρισ­σό­τε­ρα – και αυτό δεν αφορά μόνο τους κα­θη­γη­τές και εθε­λο­ντές του ΕΔΕ­ΚΟΠ.

Η εκ­δή­λω­ση, για την ακρί­βεια η συμ­με­το­χή σε αυτήν, ήταν μή­νυ­μα και για τις ση­με­ρι­νές ηγε­σί­ες της Λαϊ­κής Ενό­τη­τας και της Πλεύ­σης Ελευ­θε­ρί­ας – μαζί οι δύο σχη­μα­τι­σμοί δεν συ­γκέ­ντρω­σαν ούτε το 1/2 του κό­σμου στις δύο πρό­σφα­τες αντί­στοι­χες εκ­δη­λώ­σεις τους, στην αί­θου­σα της ΕΣΗΕΑ και τη ΣΦΙΓ­ΓΑ. Αυτό, κα­νο­νι­κά, πρέ­πει να προ­βλη­μα­τί­σει έντο­να τα επι­τε­λεία των δύο σχη­μα­τι­σμών – της ΛΑΕ και της Πλεύ­σης – κάτι κά­νουν, επι­κοι­νω­νια­κά και πο­λι­τι­κά, λάθος όταν κά­νουν εκ­δη­λώ­σεις σε στενό,εντέ­λει, κύκλο. Επί­σης καλό θα ήταν να τους προ­βλη­μα­τί­σει το γε­γο­νός ότι η ανυ­πο­μο­νη­σία και η δίψα του κό­σμου να ακού­σει και να γίνει κοι­νω­νός της «πιο σο­βα­ρής και τεκ­μη­ριω­μέ­νης πρό­τα­σης για τη με­τά­βα­ση στη δραχ­μή» προ­κά­λε­σε σπο­ρα­δι­κές, άλ­λο­τε πιο έντο­νες (πε­ρισ­σό­τε­ρο προς το πρό­σω­πο του Πα­να­γιώ­τη Λα­φα­ζά­νη) απο­δο­κι­μα­σί­ες του στυλ «τε­λειώ­νε­τε με τους χαι­ρε­τι­σμούς» και γε­νι­κή μουρ­μού­ρα και δυ­σφο­ρία, που εξη­γεί­ται και από το δεύ­τε­ρο φάουλ και σφάλ­μα των διορ­γα­νω­τών : Μια εκ­δή­λω­ση για την «πιο σο­βα­ρή και τεκ­μη­ριω­μέ­νη πρό­τα­ση για τη δραχ­μή» δεν στρι­μώ­χνε­ται Τε­τάρ­τη βράδυ, ει­δι­κά μά­λι­στα όταν με τη σχε­τι­κή κα­θυ­στέ­ρη­ση άφι­ξης τόσο του Λα­φα­ζά­νη όσο και της Κων­στα­ντο­πού­λου, τους χαι­ρε­τι­σμούς των δύο, καθώς και των δύο ξένων αντι­προ­σώ­πων, το κυ­ρί­ως μενού πα­ρου­σί­α­σης του ΕΔΕ­ΚΟΠ δια­δο­χι­κά με τον Μα­ριό­λη, τον Γα­βρι­η­λί­δη και τον ίδιο τον Λα­πα­βί­τσα, ξε­κί­νη­σε στις 9.20 και όχι στις 7, όπως ήταν αρ­χι­κά προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νο. Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, η Κων­στα­ντο­πού­λου «γλί­τω­σε» από κά­ποιες απο­δο­κι­μα­σί­ες στη σχε­τι­κή μα­κρη­γο­ρία του δικού της χαι­ρε­τι­σμού επει­δή δια­τύ­πω­σε ανοι­κτά, για δεύ­τε­ρη φορά, μετά την μου­σι­κο­θε­α­τρι­κή σκηνή ΣΦΙΓ­ΓΑ, τη θέση της «ενα­ντί­ον του ευρώ», θέση που επι­δο­κι­μά­στη­κε από το κοινό.

Η κα­θυ­στέ­ρη­ση προ­κά­λε­σε κό­πω­ση, ει­δι­κά για τους όρ­θιους, λε­λο­γι­σμέ­νο όσο και συ­γκα­λυμ­μέ­νο εκνευ­ρι­σμό, δυ­σφο­ρία – δεν ήταν ακρι­βώς…θεία λει­τουρ­γία, του­λά­χι­στον για όποιον συγ­χρω­τί­στη­κε με τους θε­α­τές. Και αυτό εξη­γεί­ται επί­σης καθώς το συ­ντρι­πτι­κά με­γα­λύ­τε­ρο τμήμα των ακρο­α­τών ήταν άν­θρω­ποι της τρί­της ηλι­κί­ας, συ­ντα­ξιού­χοι, με­σή­λι­κες, «από­μα­χοι της ζωής» ή πολύ κοντά στη δύση του ερ­γα­σια­κού τους βίου.Οι αντο­χές, φυ­σι­κές, ψυ­χι­κές, σω­μα­τι­κές, μπο­ρούν να προ­δώ­σουν και τον πιο κα­λό­πι­στο και πρό­θυ­μο θεατή και ακρο­α­τή. Πα­ρό­λα αυτά, πρυ­τά­νευ­σε η υπο­μο­νή – ένα ακόμη δι­δα­κτι­κό μά­θη­μα για τις ηγε­σί­ες της ΛΑΕ και της Πλεύ­σης που θε­ω­ρούν ότι πο­λι­τι­κή και επι­κοι­νω­νία σή­με­ρα ση­μαί­νουν συν­θή­μα­τα και εύ­κο­λα λόγια από την τη­λε­ό­ρα­ση και όχι τεκ­μη­ριω­μέ­νες, εμπε­ρι­στα­τω­μέ­νες και συ­νε­κτι­κές θέ­σεις – όπλα στην κα­θη­με­ρι­νή επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία και ζωή του κάθε πο­λί­τη.

Και εδώ είναι το τρίτο φάουλ και η χα­μέ­νη ευ­και­ρία των διορ­γα­νω­τών : Αν και ολο­φά­νε­ρα, δεν υπήρ­χαν υπο­στη­ρι­κτές του ευρώ ή αμ­φι­τα­λα­ντευό­με­νοι, του­λά­χι­στον, στο θέμα της ρήξης με την ευ­ρω­ζώ­νη ανά­με­σα στο κοινό, το πλή­θος δι­ψού­σε και κατά κά­ποιον τρόπο απαι­τού­σε να εξο­πλι­στεί με βά­σι­μα, κα­θα­ρά, κα­τα­νοη­τά και σαφή επι­χει­ρή­μα­τα για τη με­τά­βα­ση στη δραχ­μή, επι­χει­ρή­μα­τα που θα μπο­ρού­σε να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα του, στο κα­φε­νείο, στο οι­κο­γε­νεια­κό τρα­πέ­ζι, στην ουρά του ΟΑΕΔ, στη λαϊκή αγορά, στη γει­το­νιά και την πο­λυ­κα­τοι­κία του. Η εκ­δή­λω­ση έπα­σχε ακρι­βώς σε αυτό το ση­μείο : Δεν εκλα­ΐ­κευ­σε την «πιο σο­βα­ρή και τεκ­μη­ριω­μέ­νη πρό­τα­ση για τη με­τά­βα­ση στη δραχ­μή». Κά­ποιοι πί­να­κες ανα­λύ­σε­ων και τα δια­γράμ­μα­τα, που χρη­σι­μο­ποί­η­σε κυ­ρί­ως ο Μα­ριό­λης θα δυ­σκό­λευαν ακόμη και τε­λειό­φοι­τους φοι­τη­τές των οι­κο­νο­μι­κών. Η επι­μο­νή για ανά­δει­ξη συ­γκε­κρι­μέ­νων το­μέ­ων «πα­ρα­γω­γι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης» στη βιο­μη­χα­νία και τη γε­ωρ­γία δεν συ­νο­δεύ­τη­κε από την τεκ­μη­ριω­μέ­νη εξή­γη­ση του «γιατί αυτοί οι το­μείς – ατμο­μη­χα­νή και όχι άλλοι». Και δεν έλει­ψαν ορι­σμέ­νες «ευ­κο­λί­ες» βγαλ­μέ­νες λες από το δια­βρω­τι­κό πρί­σμα των τη­λε­ο­πτι­κών πα­ρα­θύ­ρων και της συ­γκα­τα­βα­τι­κής λο­γι­κής των πλα­τιών «εθνι­κών με­τώ­πων» για τη με­τά­βα­ση στη δραχ­μή.

Πα­ρά­δειγ­μα, ο Λα­πα­βί­τσας ισχυ­ρί­στη­κε ότι μέρος από το απαι­τού­με­νο απο­θε­μα­τι­κό των πε­ρί­που 12 δις ευρώ που απαι­τού­νται για το «πρώτο, με­τα­βα­τι­κό διά­στη­μα του ενός-δύο μηνών έως ότου εκτυ­πω­θούν στο σύ­νο­λο τους, οι νέες δραχ­μές» θα προ­έλ­θει από τα 24 δις «που βρί­σκο­νται κρυμ­μέ­να μέσα στα στρώ­μα­τα των Ελ­λή­νων». Η φράση προ­κά­λε­σε δί­καιη αγα­νά­κτη­ση : «Δεν έχου­με τέ­τοια ποσά στα σπί­τια μας», πε­τά­χτη­καν ορι­σμέ­νοι από τους θε­α­τές. Ο Λα­πα­βί­τσας επέ­μει­νε και ξε­πέ­τα­ξε την έν­στα­ση με ένα «ναι εντά­ξει όχι όλοι, πολ­λοί». «Ευ­κο­λία» δεύ­τε­ρη, η έκ­κλη­ση του Λα­πα­βί­τσα στην (ιδιω­τι­κή) Εθνι­κή Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος να προ­ε­τοι­μά­ζει «χθες» το πα­ρα­πά­νω απο­θε­μα­τι­κό, «ανε­ξάρ­τη­τα αν πι­στεύ­ει ή όχι στη ρήξη με την ευ­ρω­ζώ­νη» – σε δια­φο­ρε­τι­κό ση­μείο την ίδια τρά­πε­ζα (και όλες τις υπό­λοι­πες και σωστά) την «απεί­λη­σε» με διο­ρι­σμό δη­μό­σιου επι­τρό­που, «την Κυ­ρια­κή το βράδυ» υπο­νο­ώ­ντας την Κυ­ρια­κή το βράδυ μετά τις εκλο­γές νίκης του «εθνι­κού με­τώ­που για τη δραχ­μή». Σύγ­χυ­ση ή αντί­φα­ση, να ζητά κα­νείς «προ­ε­τοι­μα­σία με­τά­βα­σης» ακρι­βώς από εκεί­νους που αντι­μά­χο­νται λόγω και έργω αυτή τη με­τά­βα­ση; Σύγ­χυ­ση, αντί­φα­ση ή ευ­σε­βείς πόθοι, ότι εκλο­γές με ορί­ζο­ντα την ανάρ­ρη­ση ενός «εθνι­κού με­τώ­που δραχ­μής» στην εξου­σία, θα έχουν χα­ρα­κτή­ρα «ομα­λής δια­δο­χής στην κυ­βερ­νη­τι­κή σκυ­τά­λη», οταν έχει προη­γη­θεί η τραυ­μα­τι­κή εμπει­ρία του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής και κυ­βερ­νη­τι­κής ανά­θε­σης και όταν κυ­ρί­ως έχει προη­γη­θεί το με­γά­λο λάθος αδρα­νο­ποί­η­σης και απο­στρά­τευ­σης της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας, όπως αυτή εκ­φρά­στη­κε δια­δο­χι­κά το 2015 στις πρώ­τες εκλο­γές και κυ­ρί­ως στο δη­μο­ψή­φι­σμα;

Το «εθνι­κό μέ­τω­πο», επί­σης για τη δραχ­μή, έμει­νε μια φράση με­τέ­ω­ρη και χωρίς εξη­γή­σεις, αν και οι ομι­λη­τές υπο­στή­ρι­ξαν ότι «το πο­λι­τι­κό και θε­σμι­κό ‘’ε­ποι­κο­δό­μη­μα­’’ δεν αφορά τη σο­βα­ρή και τεκ­μη­ριω­μέ­νη, οι­κο­νο­μι­κή πρό­τα­ση και έπε­ται των δια­δι­κα­σιών με­τά­βα­σης». Συγ­γνώ­μη, αλλά φρονώ ότι το πο­λι­τι­κό υπο­κεί­με­νο που θα ανα­λά­βει το τι­τά­νιο έργο αυτής της μάχης, έστω και διά της «κοι­νο­βου­λευ­τι­κής οδού προς τον σο­σια­λι­σμό» πρέ­πει να απο­σα­φη­νι­στεί και να απο­κρυ­σταλ­λω­θεί προ­τού σκα­φτούν τα χα­ρα­κώ­μα­τα. Εγρα­ψα «σο­σια­λι­σμό», λε­ξού­λα που δεν ακού­στη­κε στην ΑΛ­ΚΥΟ­ΝΙ­ΔΑ, ίσως ακρι­βώς επει­δή οι πυ­λώ­νες με­τά­βα­σης και ανα­συ­γκρό­τη­σης (αύ­ξη­ση της ζή­τη­σης, για να κα­τα­πο­λε­μη­θεί η ανερ­γία και κρα­τι­κές επεν­δύ­σεις βρα­χυ­πρό­θε­σμα στις υπη­ρε­σί­ες και μα­κρο­πρό­θε­σμα στη βιο­μη­χα­νία και τη γε­ωρ­γία, προ­κει­μέ­νου να προ­χω­ρή­σει η πα­ρα­γω­γι­κή ανα­συ­γκρό­τη­ση) ήταν βγαλ­μέ­νες λες από τα οι­κο­νο­μι­κά εγ­χει­ρί­δια του κεϋν­σια­νι­σμού.

Εδώ όμως υπάρ­χει ένα δο­μι­κό σφάλ­μα κα­ταρ­χάς απλής λο­γι­κής : Η επα­να­φο­ρά σε μια κα­τά­στα­ση «κα­πι­τα­λι­σμού με αν­θρώ­πι­νο και κοι­νω­νι­κό πρό­σω­πο» απαι­τεί όχι μόνο τη συ­ναί­νε­ση των συν­δι­κά­των και των ερ­γα­ζο­μέ­νων, αλλά και τη «συ­νε­νο­χή» των κα­τό­χων των μέσων πα­ρα­γω­γής και πλού­του, δη­λα­δή του κε­φα­λαί­ου. Εχου­με άραγε δια­πι­στώ­σει ότι κα­πι­τα­λι­στές και κε­φά­λαιο της Ελ­λά­δας, όπως για πα­ρά­δειγ­μα στον τομέα των υπη­ρε­σιών και κα­τε­ξο­χήν στον του­ρι­σμό, ο εμ­βλη­μα­τι­κός ΣΕΤΕ με επι­κε­φα­λής τον πλέον «γνω­στό – άγνω­στο» κου­κου­λο­φό­ρο της τρόι­κας, Αν­δρέα Αν­δρε­ά­δη, βρί­σκο­νται στο ίδιο μήκος κύ­μα­τος με το «μέ­τω­πο της δραχ­μής» και ακρι­βέ­στε­ρα το μέ­τω­πο της δραχ­μής ενά­ντια στη λι­τό­τη­τα; Δεν θα το­’λε­γα…

Σε πιο πρα­κτι­κά ζη­τή­μα­τα, «η πλέον σο­βα­ρή και τεκ­μη­ριω­μέ­νη πρό­τα­ση για τη με­τά­βα­ση στη δραχ­μή» δυ­σκο­λευό­ταν να πε­ρι­γρά­ψει την πρώτη μέρα, την πρώτη εβδο­μά­δα και τον πρώτο χρόνο της νέας κα­τά­στα­σης. Για πα­ρά­δειγ­μα, δεν αρκεί να μπουν δη­μό­σιοι επί­τρο­ποι στις τρά­πε­ζες ή να πε­ριέλ­θει σε δη­μό­σιο έλεγ­χο η Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος, όταν τα πραγ­μα­τι­κά Γε­νι­κά Επι­τε­λεία του κουαρ­τέ­του των «θε­σμών» και της ευ­ρω­ε­νω­σια­κής λι­τό­τη­τας, βρί­σκο­νται στο Γε­νι­κό Λο­γι­στή­ριο του Κρά­τους και την «ανε­ξάρ­τη­τη» Αρχή Δη­μο­σί­ων Εσό­δων – εκτός αν αυ­τα­πα­τά­ται κα­νείς ότι η ανώ­τε­ρη δη­μο­σιο­ϋ­παλ­λη­λι­κή γρα­φειο­κρα­τία τους θα στα­θεί στο πλευ­ρό του «εθνι­κου με­τώ­που της δραχ­μής» έπει­τα από μια εν­δε­χό­με­νη επι­κρά­τη­ση σε εθνι­κές εκλο­γές. Επί­σης, σε μια ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία που ορ­γιά­ζει η πα­ρα­οι­κο­νο­μία, η κυ­κλο­φο­ρία μαύ­ρου και αφο­ρο­λό­γη­του χρή­μα­τος και επι­βιώ­νει ακόμη και πα­ρα­σι­τι­κά και παρά την εμπέ­δω­ση συ­στή­μα­τος ηλε­κτρο­νι­κών πλη­ρω­μών και συ­ναλ­λα­γών, η χάρ­τι­νη μορφή του χρή­μα­τος, δεν αρκεί η εμπι­στο­σύ­νη στο νέο νό­μι­σμα που θα γεν­νή­σει «από τα πάνω» το κρά­τος, κα­τα­βάλ­λο­ντας μι­σθούς και συλ­λέ­γο­ντας φό­ρους σε δραχ­μές, χωρίς ταυ­τό­χρο­νη ίδρυ­ση ανταλ­λα­κτη­ρί­ων και υπο­χρε­ω­τι­κού σφρα­γί­σμα­τος των χάρ­τι­νων ευρώ σε νέες δραχ­μές, χωρίς ταυ­τό­χρο­νη τι­θά­σευ­ση των φαι­νο­μέ­νων μαύ­ρης αγο­ράς είτε στο συ­νάλ­λαγ­μα είτε στο εμπό­ριο. Αυτά φυ­σι­κά προ­α­παι­τούν λαϊκή και μα­ζι­κή κι­νη­το­ποί­η­ση όλων των δια­θέ­σι­μων δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας. Τέλος μπο­ρεί η εκτί­μη­ση για ένα πλη­θω­ρι­σμό που θα τρέ­χει στο 10% και μόνο τον πρώτο χρόνο να είναι επαρ­κώς βά­σι­μη, αλλά πρέ­πει να απο­σα­φη­νι­στεί η πο­λι­τι­κή βού­λη­ση ότι κάθε από­πει­ρα κερ­δο­σκο­πί­ας και σχε­τι­κών πιέ­σε­ων στην αγορά θα κα­τα­στα­λεί από το οι­κο­νο­μι­κό επι­τε­λείο και τους ελεγ­κτι­κούς του μη­χα­νι­σμούς εν τη γε­νέ­σει τους.

Με όλα τα πα­ρα­πά­νω θεωρώ ότι η «πιο σο­βα­ρή και τεκ­μη­ριω­μέ­νη πρό­τα­ση» δεν θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί ούτε αρι­στε­ρή ούτε ρι­ζο­σπα­στι­κή, ενώ και από πλευ­ράς εκλαϊ­κευ­μέ­νων, εύ­λη­πτων και άμεσα χρή­σι­μων στο δη­μό­σιο και ιδιω­τι­κό λόγο τεκ­μη­ρί­ων έπα­σχε, από τη στιγ­μή μά­λι­στα που πο­ντά­ρει πολ­λές από τις πα­ρα­δο­χές της, στην «επα­νεκ­κί­νη­ση» των σχέ­σε­ων τα­ξι­κής συμ­φι­λί­ω­σης με­τα­ξύ των ερ­γα­ζο­μέ­νων και του κε­φα­λαί­ου στην Ελ­λά­δα μέσα σε έναν κα­θα­για­σμέ­νο, αλλά ανύ­παρ­κτο για το δεύ­τε­ρο, κεϋν­σια­νό δρόμο, ο οποί­ος όπως έχει απο­δεί­ξει η ιστο­ρία και η ζωή, είναι ο δρό­μος της ταυ­το­τι­κής απώ­λειας για την Αρι­στε­ρά. Η ιστο­ρία πάλι, η ζωή και οι κατά πε­ρί­πτω­ση ηγε­σί­ες έχουν απο­δεί­ξει επί­σης στην ελ­λη­νι­κή Αρι­στε­ρά τον εσφαλ­μέ­νο, ναρ­κο­θε­τη­μέ­νο και επι­κίν­δυ­νο δρόμο των «εθνι­κών με­τώ­πων» για κάθε χρήση και σε κάθε κρίση.

Για να το θέσω ωμά και με πλήρη εν­συ­ναί­σθη­ση της βα­ρύ­τη­τας και της φόρ­τι­σης των λέ­ξε­ων, των στιγ­μών και της ση­με­ρι­νής συ­γκυ­ρί­ας, «Λί­βα­νος» και «Κα­ζέρ­τα» για τη δραχ­μή δεν πρέ­πει, δεν μπο­ρούν και ορι­σμέ­νοι δεν θα πρέ­πει και να θέ­λου­με να ξα­ναϋ­πάρ­ξουν… Για τους υπό­λοι­πους, δεν παίρ­νω εδώ και καιρό όρκο ότι δεν θα ήθε­λαν μια επα­νά­λη­ψη του δρά­μα­τος, με αντάλ­λαγ­μα έναν πρό­σκαι­ρο ρόλο επί πο­λι­τι­κής και οι­κο­νο­μι­κής σκη­νής…

Εντέ­λει, το θε­τι­κό­τε­ρο στοι­χείο της χθε­σι­νής βρα­διάς ήταν το πλή­θος των συ­γκε­ντρω­μέ­νων, η δίψα για πο­λι­τι­κό προ­βλη­μα­τι­σμό και εξο­πλι­σμό με επι­χει­ρή­μα­τα και θε­ω­ρη­τι­κά και πρα­κτι­κά «όπλα», η δια­θε­σι­μό­τη­τα του για όλα τα υπό­λοι­πα, συ­γκρου­σια­κά και στοι­χεια­κά είναι το με­γά­λο ζη­τού­με­νο, το οποίο όμως δεν μπο­ρεί να βρει απα­ντή­σεις μέσα στην πλειο­νό­τη­τα μιας μά­ζω­ξης κυ­ρί­ως από με­σή­λι­κες και συ­ντα­ξιού­χους.

Το στοί­χη­μα της Αρι­στε­ράς πα­ρα­μέ­νει η δια­θε­σι­μό­τη­τα, η κι­νη­το­ποί­η­ση, η ορ­γά­νω­ση της νε­ο­λαί­ας, εντός και εκτός της χώρας, εντός και εκτός των υπη­ρε­σιών, της γε­ωρ­γί­ας, της βιο­μη­χα­νί­ας, των πα­νε­πι­στη­μί­ων – εξάλ­λου, οι «χα­μέ­νες γε­νιές» του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και της ποι­νι­κο­ποί­η­σης των αρι­στε­ρών ιδεών δυ­σκο­λεύ­ο­νται πια αφά­ντα­στα να εγκα­τα­λεί­ψουν τις αυ­τα­πά­τες και τις δια­δο­χι­κές δια­ψεύ­σεις τους, για το παρόν και το μέλ­λον του ελ­λη­νι­κού και του ευ­ρω­παϊ­κού οι­κο­νο­μι­κού και πο­λι­τι­κού οι­κο­δο­μή­μα­τος. Το τε­λευ­ταίο συ­μπέ­ρα­σμα αφορά και στις ηγε­σί­ες που μας έλα­χαν σχε­δόν στο σύ­νο­λο των θε­ω­ρού­με­νων «αντι­μνη­μο­νια­κών» και αρι­στε­ρών (όλα;) σχη­μα­τι­σμών, που προ­ε­τοι­μά­ζουν αε­νά­ως το «μέ­τω­πο» (έτσι, χωρίς το μα­κρυ­νά­ρι των επι­θε­τι­κών του προσ­διο­ρι­σμών…).

*Πηγή: rproject.gr

Αναδημοσίευση από το iskra.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου